Η Σύγκρουση του Θεραπευτή
Ένα πολύτιμο συστατικό της θεραπευτικής συνάντησης
Michael Soth (2015)
Η παραδοσιακή ακαδημαϊκή εκπαίδευση στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία βασίζεται στην παραδοχή ότι ο κλάδος μας μοιάζει με κάθε άλλο επιστημονικό αντικείμενο, είτε πρόκειται για την ιστορία, τη μηχανολογία ή την ψυχολογία. Υποθέτει ότι υπάρχει ένα σώμα γνώσεων και ένα σύνολο θεωριών και μοντέλων που οφείλουμε να αφομοιώσουμε κατά την εκπαίδευσή μας και, στη συνέχεια, να μάθουμε να εφαρμόζουμε στην πράξη. Πάνω σε αυτές τις γνώσεις αξιολογούμαστε προκειμένου να αποκτήσουμε την επαγγελματική μας ιδιότητα. Από αυτή την άποψη, οι βασικές παραδοχές που θεμελιώνουν την εκπαίδευσή μας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από εκείνες οποιασδήποτε άλλης επαγγελματικής κατάρτισης, ιδιαίτερα των θεραπευτικών και ιατρικών επαγγελμάτων.
Ως «γιατροί των συναισθημάτων», λοιπόν, θεωρείται ότι το έργο μας συνίσταται στην εφαρμογή των θεωρητικών γνώσεων που αποκτήσαμε κατά την εκπαίδευσή μας στον συγκεκριμένο θεραπευόμενο που βρίσκεται απέναντί μας —ή, όπως συχνά λέγεται, στη συγκεκριμένη «περίπτωση»— χρησιμοποιώντας τις τεχνικές που έχουμε διδαχθεί. Με τον ίδιο περίπου τρόπο που ένας γιατρός εφαρμόζει την ιατρική γνώση και την επιστημονική θεωρία στον ασθενή του, έτσι κι εμείς καλούμαστε να εφαρμόσουμε την ψυχοθεραπευτική μας γνώση.
Είτε η θεωρητική μας κατανόηση βασίζεται στις προσωποκεντρικές παραδοχές περί αυτοπραγμάτωσης και βασικών συνθηκών, είτε στις παραδοχές της Συναλλακτικής Ανάλυσης ή της Γνωσιακής-Συμπεριφορικής Θεραπείας σχετικά με τα σενάρια ζωής ή τα γνωστικά σχήματα του θεραπευόμενου, είτε στις αρχές της Gestalt για τους ανολοκλήρωτους κύκλους εμπειρίας και τις διαταραχές της επαφής, είτε στις ψυχοδυναμικές θεωρήσεις για τα αναπτυξιακά στάδια, τις αντικειμενότροπες σχέσεις και τη μεταβίβαση, η βασική παραδοχή παραμένει η ίδια: ανεξάρτητα από τη σχολή στην οποία ανήκουμε, εφαρμόζουμε τις θεωρίες και τις τεχνικές της δικής μας θεραπευτικής προσέγγισης στους θεραπευόμενούς μας.
Όταν ο Freud επιχείρησε να διαφοροποιήσει τους διάφορους τρόπους θεραπευτικής εργασίας, διέκρινε διαφορετικές θεωρίες και τεχνικές, καθεμία από τις οποίες βασιζόταν σε ένα διαφορετικό σύνολο φιλοσοφικών παραδοχών, τις οποίες ονόμασε μεταψυχολογία (metapsychology). Η ιδέα ότι μπορούμε να περιγράψουμε, να οριοθετήσουμε και να ταξινομήσουμε τις διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις μέσα από τις αντίστοιχες μεταψυχολογίες, θεωρίες και τεχνικές τους εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να θεωρείται αυτονόητη.
Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται ότι ο θεραπευτής επιλέγει την κατάλληλη παρέμβαση σχεδόν με ιατρικό τρόπο: μέσω μιας ορθολογικής και στρατηγικής συναγωγής της θεραπευτικής τεχνικής από τη θεωρία και τη μεταψυχολογία που υιοθετεί. Πρόκειται για μια αντίληψη που στηρίζεται στην «ψυχολογία του ενός προσώπου» (one-person psychology) του 19ου αιώνα και σε μια θεώρηση της θεραπείας βασισμένη στο ιατρικό μοντέλο.
Ωστόσο, από τη στιγμή που αναγνωρίζουμε ότι το βασικό εργαλείο της δουλειάς μας είναι ο ίδιος ο σύνθετος εαυτός μας, γίνεται φανερό ότι η ψυχοθεραπεία διαφέρει ουσιωδώς από αντικείμενα όπως η ιστορία ή η μηχανολογία. Η άσκησή της προϋποθέτει την ανάπτυξη της δικής μας αυτογνωσίας μέσα από την προσωπική μας θεραπεία, τη βιωματική εκπαίδευση, την ομαδική διεργασία, την εποπτεία και τον συνεχή αυτοστοχασμό. Για τον λόγο αυτό όλες σχεδόν οι ψυχοθεραπευτικές εκπαιδεύσεις περιλαμβάνουν προσωπική θεραπεία ή άλλες μορφές προσωπικής ανάπτυξης ως αναπόσπαστο μέρος της επαγγελματικής κατάρτισης.
Ωστόσο, ως προς το ακαδημαϊκό σκέλος της εκπαίδευσης, εξακολουθεί να κυριαρχεί η αντίληψη ότι αρκεί να μάθουμε τη θεωρία της θεραπευτικής μας προσέγγισης, τα βασικά της μοντέλα, τις έννοιες και τις αρχές της· και ότι από αυτή τη θεωρία προκύπτει, με σχετικά λογικό τρόπο, ένας συγκεκριμένος τρόπος εργασίας: ένα σύνολο παρεμβάσεων, τεχνικών και μεθόδων που έχουν σχεδιαστεί ώστε να μεταφράζουν τη θεωρία σε αποτελεσματική θεραπευτική πράξη.
Κατ’ επέκταση, θεωρείται ότι εφόσον εμείς, ως ευσυνείδητοι και ενσυναισθητικοί επαγγελματίες, εφαρμόζουμε με συνέπεια αυτές τις θεωρίες και τις αντίστοιχες τεχνικές τους, η θεραπεία που προσφέρουμε θα οδηγήσει, λίγο-πολύ αναμενόμενα, στα επιθυμητά θεραπευτικά αποτελέσματα.
Όσο όμως μαθαίνουμε, εξελισσόμαστε και αποκτούμε εμπειρία στην άσκηση της θεραπείας, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι αυτές οι παραδοχές δεν αγγίζουν την ουσία αυτού που πραγματικά κάνουμε ούτε αποτυπώνουν τους αγώνες που καλούμαστε καθημερινά να αντιμετωπίσουμε μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο. Η πραγματική θεραπευτική πρακτική όχι μόνο δεν εξελίσσεται σύμφωνα με αυτές τις υποθέσεις, αλλά πολύ συχνά αποδεικνύεται πολύ λιγότερο προβλέψιμη και πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο μας οδήγησε η εκπαίδευσή μας να πιστεύουμε.
Καταρχάς, γνωρίζουμε —και οι περισσότεροι έμπειροι θεραπευτές το διατυπώνουν με αρκετή σαφήνεια— ότι ο θεραπευτικός χώρος δεν στηρίζεται πρωτίστως στη γρήγορη σκέψη, στις βέβαιες απαντήσεις ή στην αίσθηση μιας αβίαστης θεραπευτικής επάρκειας. Δεν θεμελιώνεται κυρίως στη γνώση, στις τεχνικές δεξιότητες, στη σαφήνεια ή στη στρατηγική ικανότητα του θεραπευτή. Ούτε εξαντλείται στην αριστεροημισφαιρική κατανόηση της θεωρίας και στη δημιουργική εφαρμογή της στον θεραπευόμενο.
Αντίθετα, όσο περισσότερο ένας θεραπευτής μπορεί να αντέξει την αβεβαιότητα ως αναπόσπαστο στοιχείο τόσο της θεραπευτικής ατμόσφαιρας όσο και της δικής του εσωτερικής εμπειρίας, τόσο βαθύτερη και ουσιαστικότερη φαίνεται να γίνεται η θεραπευτική διαδικασία.
Και όσο περισσότερο εξασκούμε το επάγγελμά μας, τόσο πιο εμφανές γίνεται ότι κάθε απλοϊκή αντίληψη μιας γραμμικής θεραπευτικής πορείας —μιας διαδικασίας που υποτίθεται ότι οδηγεί τον θεραπευόμενο από το πρόβλημα στη λύση— είναι τουλάχιστον ανεπαρκής, αν όχι παραπλανητική.
Η εικόνα μιας θεραπείας που εξελίσσεται ως μια σταθερή ανάβαση σε ένα προβλέψιμο βουνό, όπου ο θεραπευόμενος βελτιώνεται προοδευτικά από συνεδρία σε συνεδρία μέχρι να κατακτήσει την ενόραση, την αυτοκατανόηση και την ψυχική υγεία, ελάχιστη σχέση έχει με όσα βιώνουμε καθημερινά στο θεραπευτικό δωμάτιο.
Αντίθετα, διαπιστώνουμε ότι τέτοιες ιδεαλιστικές προσδοκίες περί γραμμικής εξέλιξης συχνά λειτουργούν ανασταλτικά. Για πολλούς θεραπευτές μάλιστα καταλήγουν να γίνονται εσωτερικά διωκτικές, υπονομεύοντας ακριβώς εκείνο που προσπαθούν να επιτύχουν.
Για κάποιον που παρατηρεί τη θεραπεία απ’ έξω, η δουλειά μας μπορεί να φαίνεται σχετικά απλή. Συχνά θεωρείται ότι αρκεί να ακούμε με προσοχή και ενσυναίσθηση, όπως ένας καλός φίλος, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούμε ως ειδικοί που προσφέρουν επίγνωση, ψυχοεκπαίδευση, καθησυχασμό, κανονικοποίηση της εμπειρίας, γνωστικές αναπλαισιώσεις, ερμηνείες, συμβουλές, «εργασίες για το σπίτι» ή προτάσεις για πειραματισμούς και αλλαγές στη συμπεριφορά.
Όλα αυτά μπορούν πράγματι να προσφερθούν με επάρκεια και επαγγελματισμό, εφόσον στηρίζονται σε μια καλή θεωρητική κατανόηση και σε μια σωστή τεχνική εφαρμογή.
Ωστόσο, για να μπορέσουν τέτοιου είδους παρεμβάσεις να έχουν πραγματικό μετασχηματιστικό αποτέλεσμα —για να αγγίξουν δηλαδή τον θεραπευόμενο εκεί όπου έχει πραγματική σημασία, να συνδεθούν με τον εσωτερικό του κόσμο και να ενεργοποιήσουν τις δυνατότητες αλλαγής του— δεν αρκεί να διατυπώνονται σωστά ούτε να εφαρμόζονται με επαγγελματική επάρκεια.
Σε κάποιο σημείο της επαγγελματικής τους εξέλιξης, οι περισσότεροι θεραπευτές αναγνωρίζουν ότι πολλές από τις παρεμβάσεις που γίνονται κατανοητές κυρίως από το αριστερό ημισφαίριο του θεραπευόμενου καταλήγουν απλώς να ενσωματώνονται στα ήδη εγκατεστημένα ψυχοσωματικά μοτίβα της προσωπικότητάς του. Αντί να τα μετασχηματίζουν, συχνά τα ενισχύουν, τα σταθεροποιούν και τελικά συμβάλλουν στη διαιώνισή τους.
Ακριβώς σε εκείνο το σημείο, όπου η καλοπροαίρετη εφαρμογή της κατάλληλης θεωρίας και της σωστής τεχνικής συναντά τα όριά της, η ψυχοθεραπεία παύει να είναι μια σχετικά απλή εφαρμογή γνώσεων και μετατρέπεται σε ένα εξαιρετικά σύνθετο ανθρώπινο λειτούργημα.
Σε αντίθεση με την ιατρική ή τη μηχανολογία, δεν εργαζόμαστε από μια εξωτερική θέση απέναντι σε ένα αντικείμενο μελέτης ή παρέμβασης. Βρισκόμαστε μέσα σε μια αίθουσα καθρεφτών, όπου η δική μας σύνθετη και εν μέρει αδιαφανής υποκειμενικότητα γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο της ίδιας της θεραπευτικής διαδικασίας.
Όπως επισήμανε ο Winnicott, εκείνο που έχει τη βαθύτερη θεραπευτική σημασία δεν είναι τόσο οι ερμηνείες που κάνει ο θεραπευτής, όσο ο τρόπος με τον οποίο είναι παρών στη σχέση, το ίδιο του το «είναι», από το οποίο αναδύεται κάθε παρέμβαση.
Όταν στρέφουμε την προσοχή μας όχι μόνο σε όσα σκεφτόμαστε ή κάνουμε ως θεραπευτές, αλλά και στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο είμαστε παρόντες στη θεραπευτική σχέση —ιδίως όταν συμπεριλαμβάνουμε όχι μόνο τη ροή των σκέψεων και των φαντασιώσεών μας, αλλά ολόκληρη την ψυχοσωματική μας εμπειρία— διαπιστώνουμε ότι η εσωτερική μας ζωή είναι γεμάτη συγκρούσεις.
Συγκρουόμενα συναισθήματα. Συγκρουόμενες αντιλήψεις. Συγκρουόμενες σκέψεις. Αντικρουόμενες θεωρητικές ερμηνείες. Διαφορετικές θεραπευτικές παρορμήσεις. Αντικρουόμενες εκτιμήσεις για το τι πραγματικά συμβαίνει ή για το ποιο στοιχείο της εμπειρίας είναι ουσιώδες. Αντιφατικές τάσεις ως προς το αν χρειάζεται να αυτοαποκαλυφθούμε ή να παραμείνουμε σιωπηλοί. Συχνά ακόμη και διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις υποδεικνύουν παρεμβάσεις που φαίνονται ταυτόχρονα εύλογες, αλλά αλληλοαναιρούνται.
Όσο περισσότερο παρατηρούμε όχι μόνο τις σκέψεις και τις πράξεις μας —ή εκείνα που θεωρούμε ότι «πρέπει» να σκεφτόμαστε και να κάνουμε— αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι παρεμβάσεις μας γίνονται δεκτές από τον οργανωτικό κόσμο του θεραπευόμενου, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι σχεδόν τίποτε στη θεραπεία δεν είναι γραμμικό ή απλό.
Και όσο περισσότερο ενδιαφερόμαστε πραγματικά για τις επιδράσεις των παρεμβάσεών μας, τόσο περισσότερο ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη δική μας εσωτερική σύγκρουση.
Το κατά πόσο αναγνωρίζουμε αυτές τις συγκρούσεις, ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε μαζί τους και η ικανότητά μας να τις επεξεργαζόμαστε αναστοχαστικά αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για το βάθος στο οποίο μπορεί να φτάσει η θεραπευτική διαδικασία.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές παραδείγματος στην ιστορία της ψυχανάλυσης βασίζεται ακριβώς σε αυτή την αναγνώριση: όταν επεξεργαζόμαστε τις συγκρούσεις που βιώνουμε στη δική μας εσωτερική εμπειρία ως θεραπευτές, ανακαλύπτουμε ότι συχνά αντανακλούν, με αξιοσημείωτη ακρίβεια, τις αντίστοιχες συγκρούσεις του εσωτερικού κόσμου του θεραπευόμενου — ακόμη κι όταν αυτές παραμένουν ανείπωτες, αδιανόητες ή ασυνείδητες.
Με άλλα λόγια, μέσα από τη σχέση έχουμε απορροφήσει τη δυναμική των συγκρούσεων του θεραπευόμενου. Αυτό μπορεί να συμβεί ενεργητικά, μέσω της ενσυναισθητικής ταύτισης με την εμπειρία του, ή περισσότερο παθητικά, μέσω διαδικασιών όπως η προβλητική ταύτιση ή άλλες μορφές ασυνείδητης σχεσιακής επικοινωνίας. Η ψυχανάλυση ονόμασε αυτή τη μετατόπιση «επανάσταση της αντιμεταβίβασης»: την αναγνώριση ότι η προσεκτική παρατήρηση της δικής μας εσωτερικής εμπειρίας δεν μας πληροφορεί μόνο για εμάς τους ίδιους, αλλά και για τον ψυχικό κόσμο του θεραπευόμενου.
Όπως είχε ήδη επισημάνει ο Freud, παρότι αυτή η ιδέα συγκρούεται με τη νεότερη αντίληψη περί αυστηρά διακριτών ατομικοτήτων —και παρότι ο ίδιος δεν μπορούσε ακόμη να εξηγήσει τον μηχανισμό μέσω του οποίου συμβαίνει— το ασυνείδητο του ενός ανθρώπου μπορεί να έρχεται σε άμεση επικοινωνία με το ασυνείδητο του άλλου, χωρίς να μεσολαβεί η συνειδητή λεκτική σκέψη ή η συμβολική επεξεργασία.
Η θεραπευτική συνάντηση μάς προσφέρει ένα μοναδικό εργαστήριο για την παρατήρηση αυτών των λεπτών μορφών επικοινωνίας· μορφών που σπάνια γίνονται τόσο εμφανείς σε οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο πλαίσιο.
Παρατηρώντας λοιπόν τη δική μας εσωτερική σύγκρουση και τη δική μας υποκειμενική εμπειρία μέσα στη θεραπευτική σχέση, αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε τις εκδηλώσεις των ασυνείδητων συγκρούσεων του θεραπευόμενου.
Για διδακτικούς λόγους συνοψίζω αυτή τη διαδικασία με μία απλή διατύπωση:
Η σύγκρουση του θεραπευόμενου γίνεται σύγκρουση του θεραπευτή.
Αυτή είναι η θεμελιώδης ιδέα που βρίσκεται στον πυρήνα εκείνου που η ιστορία της ψυχανάλυσης αποκαλεί «επανάσταση της αντιμεταβίβασης». Η εσωτερική μας εμπειρία ως θεραπευτές —η αντιμεταβίβασή μας, με την ευρεία έννοια του όρου— δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική δυσκολία ή ένα εμπόδιο που διαταράσσει την ουδέτερη θεραπευτική στάση. Μπορεί να αποτελέσει μία ακόμη «βασιλική οδό» προς τον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου και προς τον πυρήνα της θεραπευτικής συνάντησης.
Αυτό που, με ανθρωπιστικούς όρους, εμφανίζεται ως το δικό μας «υλικό» —ως κάτι που οφείλουμε να επεξεργαστούμε στη δική μας θεραπεία ή στην εποπτεία μας— είναι πολύ πιο άρρηκτα πλεγμένο με το «υλικό» του θεραπευόμενου απ’ όσο συνήθως υποθέτουμε. Οι δύο αυτές διαστάσεις δεν μπορούν να διαχωριστούν με καθαρό τρόπο ούτε να αποδοθούν αποκλειστικά στη μία ή την άλλη υποκειμενικότητα.
Αυτό ακριβώς σημαίνει η ψυχολογία των δύο προσώπων και η διυποκειμενική θεώρηση της θεραπείας.
Η θεραπευτική διαδικασία δεν είναι κάτι που εφαρμόζει ο ένας πάνω στον άλλον. Είναι μια πραγματικότητα που συνδημιουργείται. Πρόκειται για μια συνάντηση μέσα στην οποία θεραπευτής και θεραπευόμενος συγκροτούν από κοινού το πεδίο της εμπειρίας, χωρίς κανείς από τους δύο να μπορεί να διεκδικήσει μια ασφαλή εξωτερική θέση παρατήρησης.
Δεν διαθέτουμε κανένα σταθερό αρχιμήδειο σημείο από το οποίο μπορούμε να παραμείνουμε αποστασιοποιημένοι, ουδέτεροι και ανεπηρέαστοι, διατηρώντας τον πλήρη έλεγχο της θεραπευτικής διαδικασίας, ιδιαίτερα όταν αυτή αρχίζει να αποδιοργανώνεται.
Σε εκείνο ακριβώς το σημείο εμπλέκεται αναπόφευκτα και η δική μας υποκειμενικότητα.
Αυτό είναι και το νόημα της γνωστής διατύπωσης του Jung ότι η θεραπεία δεν έχει πραγματικά αρχίσει έως ότου γίνει προβληματική και για τους δύο συμμετέχοντες — όχι μόνο για τον θεραπευόμενο αλλά και για τον θεραπευτή.
Ο Jung αναφέρεται εδώ στη στιγμή κατά την οποία η θεραπευτική εργασία εγκαταλείπει το επίπεδο της επιφανειακής κατανόησης και αγγίζει τα βαθύτερα, ασυνείδητα στρώματα της ψυχής.
Βεβαίως, η δική του κατανόηση αυτών των βαθύτερων επιπέδων διαφέρει από εκείνη των σύγχρονων αναπτυξιακών θεωριών. Τα αντιλαμβάνεται κυρίως μέσα από τη γλώσσα των αρχετύπων και της εξατομίκευσης και όχι μέσα από την οπτική του αναπτυξιακού τραύματος ή των αντικειμενοτρόπων σχέσεων.
Ωστόσο, η παρατήρησή του παραμένει ουσιαστικά έγκυρη ανεξάρτητα από το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εργαζόμαστε. Είτε σκεφτόμαστε με όρους αρχετύπων είτε με όρους ασυνείδητων σχεσιακών μοτίβων και αναπτυξιακού τραύματος, είτε ο θεραπευτικός μας στόχος είναι η χαρακτηρολογική μεταμόρφωση είτε η διαδικασία της εξατομίκευσης, το ουσιαστικό σημείο παραμένει το ίδιο.
Όταν η θεραπευτική συμμαχία διαρρηγνύεται και η σύγκρουση του θεραπευόμενου μετατρέπεται σε σύγκρουση του θεραπευτή, σχεδόν πάντοτε συνοδεύεται από την αίσθηση ότι ο θεραπευτής χάνει τη θεραπευτική του θέση.
Η εσωτερική εμπειρία εκείνης της στιγμής είναι συνήθως βαθιά επώδυνη.
Ο θεραπευτής αισθάνεται ότι έχει αποτύχει.
Ότι κάτι έκανε λάθος.
Ότι κάτι πηγαίνει στραβά.
Και αυτή η αίσθηση είναι, ως έναν βαθμό, αληθινή.
Πράγματι, κάτι έχει πάει στραβά.
Όχι όμως με την έννοια που συνήθως φανταζόμαστε.
Εκείνο που συνήθως συμβαίνει είναι ότι ενεργοποιείται και αναβιώνει το τραύμα του θεραπευόμενου — αυτή τη φορά μέσα στην ίδια τη θεραπευτική σχέση και μέσω αυτής.
Ο θεραπευτής εμπλέκεται, χωρίς να το επιδιώκει, στη διαδικασία με την οποία το τραύμα αναπαράγεται στο παρόν.
Όταν παγιδευόμαστε σε τέτοιες αρνητικές ή καταστροφικές διαδραματίσεις (enactments), δεν υπάρχει εύκολη έξοδος.
Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε εφαρμόζοντας μια καλύτερη τεχνική ή βρίσκοντας μια εξυπνότερη ερμηνεία.
Υπάρχει μόνο ένας δρόμος.
Ο δρόμος προς τα μέσα.
Προς το βάθος του τραύματος.
Προς αυτό που μου αρέσει να αποκαλώ το διυποκειμενικό χάος.
Η μεταμόρφωση μιας τέτοιας διαδραμάτισης δεν μπορεί να επέλθει από έξω ούτε μέσω μιας «σωστής» τεχνικής που εφαρμόζεται πάνω στην κατάσταση. Χρειάζεται να συμβεί μέσα στην ίδια τη δυναμική που μας κάνει να αισθανόμαστε παγιδευμένοι.
Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο της θεραπείας.
Εκείνο που τελικά μας βοηθά στις στιγμές αυτές δεν είναι η θεωρητική κατανόηση ούτε η προσπάθεια να αποκτήσουμε γνωστικό έλεγχο της κατάστασης. Αυτό που απαιτείται είναι η δυνατότητα να παραδοθούμε σε εκείνο που σήμερα περιγράφεται ως «άδηλη σχεσιακή γνώση» (implicit relational knowing).
Πρόκειται για μια μορφή γνώσης που δεν είναι κυρίως λεκτική, συνειδητή ή αναστοχαστική. Δεν προκύπτει μέσα από την εφαρμογή θεωρητικών αρχών ούτε αποτελεί προϊόν λογικής επεξεργασίας. Αναδύεται μέσα από την ίδια τη σχεσιακή διαδικασία και εκφράζεται στη λεπτή, μη λεκτική αλληλεπίδραση ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο.
Στις πιο κρίσιμες στιγμές της θεραπείας δεν γνωρίζουμε εκ των προτέρων ποια είναι η κατάλληλη παρέμβαση. Η απάντηση δεν προϋπάρχει στη θεωρία ούτε μπορεί να συναχθεί αποκλειστικά από κάποιο θεραπευτικό μοντέλο.
Αναδύεται μέσα από τη σχέση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεωρία είναι άχρηστη. Αντίθετα, αποτελεί ένα απαραίτητο υπόβαθρο, έναν χάρτη που μας βοηθά να προσανατολιζόμαστε. Ωστόσο, όταν βρεθούμε στις στιγμές της μεγαλύτερης θεραπευτικής έντασης, ο χάρτης δεν αρκεί.
Εκείνο που καλείται να λειτουργήσει είναι η ικανότητά μας να παραμείνουμε παρόντες μέσα στην αβεβαιότητα, χωρίς να αποσυρθούμε αμυντικά ούτε να καταφύγουμε πρόωρα στη βεβαιότητα μιας θεωρητικής εξήγησης.
Η θεραπευτική γνώση γίνεται τότε περισσότερο μια μορφή συμμετοχής παρά μια μορφή ελέγχου.
Δεν γνωρίζουμε πριν από τη συνάντηση.
Γνωρίζουμε μέσα στη συνάντηση.
Και πολλές φορές κατανοούμε τι πραγματικά συνέβη μόνο εκ των υστέρων.
Η θεραπευτική πράξη δεν είναι, επομένως, η εφαρμογή μιας τεχνικής πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο. Είναι μια συνεχής διαδικασία συνδημιουργίας, μέσα στην οποία ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος μετασχηματίζονται αμοιβαία.
Η εσωτερική σύγκρουση του θεραπευτή δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας ούτε απόκλιση από την «καλή» θεραπεία. Αντίθετα, όταν μπορεί να αναγνωριστεί, να αντέξει και να υποστεί επεξεργασία, γίνεται ένα από τα σημαντικότερα μέσα κατανόησης του θεραπευόμενου και ένας από τους βασικούς μοχλούς θεραπευτικού μετασχηματισμού.
