Θεραπεία Gestalt και Ανθρώπινες Δυνατότητες – Fritz Perls

Η Θεραπεία Gestalt είναι μία από τις πιο επαναστατικές, ανθρωπιστικές, υπαρξιακές δυνάμεις στην ψυχολογία, η οποία αναζητά να σταματήσει τη χιονοστιβάδα της αυτοηττώμενων, αυτοκαταστροφικών δυνάμεων ανάμεσα σε κάποια μέλη της κοινωνίας μας. Είναι “υπαρξιακή” με μια πλατιά έννοια. Όλες οι σχολές του υπαρξισμού δίνουν έμφαση στο άμεσο βίωμα, αλλά οι περισσότερες έχουν κάποιο εννοιολογικό πλαίσιο: ο Kierkegaard είχε την προτεσταντική θεολογία· ο Buber τον Ιουδαισμό· ο Sartr τον κομμουνισμό· και ο Biswanger την ψυχανάλυση. Η Θεραπεία Gestalt είναι ολοκληρωτικά οντολογική, αφού αναγνωρίζει και την εννοιολογική δραστηριότητα και τον βιολογικό σχηματισμό Gestalten. Έτσι είναι αυτουποστηρικτική και πραγματικά βιωματική.

 

Ο σκοπός μας ως θεραπευτές είναι να αυξήσουμε το ανθρώπινο δυναμικό μέσα από τη διεργασία της απαρτίωσης/ενσωμάτωσης (integration). Αυτό το κάνουμε με το να υποστηρίζουμε τα αυθεντικά ενδιαφέροντα, επιθυμίες και ανάγκες του ατόμου.

 

Πολλές από τις ανάγκες του ατόμου συγκρούονται με αυτές της κοινωνίας. Η ανταγωνιστικότητα, η ανάγκη για έλεγχο, οι απαιτήσεις για τελειότητα και η ανωριμότητα είναι χαρακτηριστικά της τωρινής μας κουλτούρας. Μέσα από αυτό το υπόβαθρο αναδύονται και η κατάρα και η αιτία της νευρωτικής κοινωνικής μας συμπεριφοράς. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο καμιά ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να είναι επιτυχημένη· κανένας μη ικανοποιητικός γάμος δεν μπορεί να βελτιωθεί. Αλλά, πιο σημαντικά, το άτομο αδυνατεί να επιλύσει τις δικές του εσωτερικές συγκρούσεις και να επιτύχει την απαρτίωση. 

 

Οι συγκρούσεις επεκτείνονται επίσης και στο εξωτερικό. Απαιτώντας ταύτιση και υποταγή σε μια εικόνα εαυτού, οι νευρωτικές απαιτήσεις της κοινωνίας επιπρόσθετα αποσυνδέουν το άτομο από τη δική του φύση. Το πρώτο και τελευταίο πρόβλημα του ατόμου είναι να ενοποιηθεί εσωτερικά και παρόλα αυτά να γίνει αποδεκτός από την κοινωνία.

 

Η κοινωνία απαιτεί συμμόρφωση μέσα από την εκπαίδευση· δίνει έμφαση και ανταμείβει την ανάπτυξη της διανόησης του ατόμου. Στη γλώσσα μου αποκαλώ τη διανόηση έναν “προεγκατεστημένο υπολογιστή”. Κάθε κουλτούρα και τα άτομα που την αποτελούν έχουν δημιουργήσει συγκεκριμένες έννοιες και εικόνες της ιδανικής κοινωνικής συμπεριφοράς ή πώς το άτομο “πρέπει” να λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο αναφοράς του. Για να γίνει αποδεκτό από την κοινωνία, το άτομο ανταποκρίνεται με ένα σύνολο παγιωμένων ανταποκρίσεων. Φθάνει σε αυτές τις ανταποκρίσεις με το να “υπολογίζει” αυτό που θεωρεί ότι είναι η κατάλληλη αντίδραση. Για να συμμορφωθεί με τα “πρέπει”, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το άτομο μαθαίνει να μη λαμβάνει υπόψη τα δικά του συναισθήματα και επιθυμίες· τότε αποσυνδέει τον εαυτό του από το να είναι μέρος της φύσης.

 

Παραδόξως, όσο περισσότερο η κοινωνία απαιτεί από το άτομο να ανταποκριθεί στις έννοιες και στις ιδέες της, τόσο λιγότερο αποδοτικά μπορεί το άτομο να λειτουργήσει. Αυτή η βασική σύγκρουση ανάμεσα στις απαιτήσεις της κοινωνίας και στην εσωτερική φύση του ατόμου καταλήγει σε τρομερή κατανάλωση ενέργειας. Είναι ευρέως γνωστό ότι ένας άνθρωπος συνήθως χρησιμοποιεί μόνο 10 με 25 τοις εκατό του δυναμικού του. Παρόλα αυτά, σε στιγμές εκτάκτου ανάγκης, οι προκαθορισμένες ανταποκρίσεις μπορεί να καταρρεύσουν. Η ενσωμάτωση γίνεται αυθόρμητη. Σε αυτές τις καταστάσεις το άτομο έχει την ικανότητα να αντιμετωπίσει ευθέως τα εμπόδια και κάποιες φορές να επιτύχει ηρωικά αποτελέσματα. Η Θεραπεία Gestalt αναζητά να φέρει την ενσωμάτωση χωρίς να υπάρχει το επείγον στοιχείο των καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης.

 

Όσο περισσότερο ο χαρακτήρας βασίζεται σε ετοιματζίδικες έννοιες, παγιωμένους τρόπους συμπεριφοράς και “υπολογισμό”, τόσο λιγότερο είναι ικανός να χρησιμοποιήσει τις αισθήσεις και τη διαίσθησή του. Όταν το άτομο προσπαθεί να ζήσει σύμφωνα με προϋπάρχουσες ιδέες για το πώς “πρέπει” να είναι ο κόσμος, τότε παραμερίζει τα δικά του συναισθήματα και ανάγκες. Το αποτέλεσμα αυτής της αποξένωσης από τις αισθήσεις είναι το μπλοκάρισμα του δυναμικού του και η διαστρέβλωση της οπτικής του. 

 

Το κρίσιμο σημείο κατά τη διάρκεια κάθε ανάπτυξης, ατομικής και συλλογικής, είναι η ικανότητα να διαφοροποιεί ανάμεσα στην αυτο-πραγμάτωση και στην πραγμάτωση μιας έννοιας. Οι προσδοκίες είναι τα προϊόντα της φαντασίας μας. Όσο μεγαλύτερη είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να είναι κάποιος μέσω του εγγενούς του δυναμικού και των άνωθεν επιβεβλημένων ιδεαλιστικών εννοιών, τόσο μεγαλύτερο το ζόρισμα και η πιθανότητα αποτυχίας.

 

Δίνω ένα πάρα πολύ υπερβολικό παράδειγμα: ένας ελέφαντας θέλει να είναι τριανταφυλλιά, μία τριανταφυλλιά ελέφαντας. Μέχρι ο κάθε ένας να παραδοθεί σε αυτό που είναι και οι δύο θα ζουν δυστυχισμένα με κατωτερότητα. Αυτός που πραγματώνει τον εαυτό του περιμένει το εφικτό. Αυτός που θέλει να πραγματώσει μια έννοια προσπαθεί το ανέφικτο. 

 

Απαντώντας σε απαιτήσεις του “πρέπει”, το άτομο παίζει έναν ρόλο που δεν υποστηρίζεται από αυθεντικές ανάγκες. Γίνεται και ψεύτικος και φοβικός. Αποφεύγει να αντικρίσει τους περιορισμούς του και παίζει ρόλους που δεν υποστηρίζονται από το δυναμικό του. Με το να αναζητά σήματα από έξω για τη συμπεριφορά του, “υπολογίζει” και ανταποκρίνεται με αντιδράσεις που βασικά δεν είναι δικές του. Κατασκευάζει ένα φανταστικό ιδανικό για το πώς θα πρέπει να είναι αντί με το πώς είναι πραγματικά.

 

Η έννοια της τελειότητας είναι ένα τέτοιο ιδανικό. Μέσω των ανταποκρίσεών του, το άτομο αναπτύσσει ένα ψεύτικο προσωπείο για να εντυπωσιάσει τους άλλους με το πόσο καλό παιδί είναι. Οι απαιτήσεις για τελειότητα περιορίζουν την ικανότητα του ατόμου να λειτουργεί εσωτερικά, στη θεραπεία, στον γάμο όπως και σε άλλες κοινωνικές καταστάσεις.

 

Κάποιος μπορεί να παρατηρήσει στις συζυγικές δυσκολίες ότι είτε ο ένας είτε και οι δύο από τους συντρόφους δεν είναι ερωτευμένοι με τον παρτενέρ τους αλλά με μια εικόνα τελειότητας. Αναπόφευκτα ο παρτενέρ υπολείπεται αυτών των απαιτήσεων. Η αμοιβαία ματαίωση της μη εύρεσης τελειότητας οδηγεί σε ένταση και αυξημένη επιθετικότητα η οποία καταλήγει σε ένα μόνιμο status quo, ένα αδιέξοδο ή, στην καλύτερη περίπτωση, ένα άχρηστο διαζύγιο. Η ίδια συνθήκη εφαρμόζεται στη θεραπεία. Αυτό που συμβαίνει είναι είτε ένα status quo πολλών ετών ή μία αλλαγή θεραπευτών, αλλά ποτέ μια θεραπεία.

 

Με το να στρέφει τις απαιτήσεις τελειότητας προς στον εαυτό του, ο νευρωτικός κάνει τον εαυτό του κομμάτια ώστε να ανταποκριθεί στο μη ρεαλιστικό του ιδανικό. Παρόλο που η τελειότητα γενικότερα τιτλοφορείται ως ένα “ιδανικό”, στην πραγματικότητα είναι μία φθηνή κατάρα που τιμωρεί και βασανίζει και τον εαυτό και τους άλλους που δεν ανταποκρίνονται σε έναν αδύνατο στόχο. 

 

Τουλάχιστον δύο ακόμα φαινόμενα επεμβαίνουν στην ανάπτυξη του αυθεντικού δυναμικού του ανθρώπου. Το ένα είναι ο σχηματισμός του χαρακτήρα. Τότε το άτομο μπορεί να δράσει μόνο με ένα περιορισμένο, παγιωμένο σύνολο ανταποκρίσεων. Το άλλο είναι η φοβική στάση που είναι πολύ περισσότερο διαδεδομένη από όσο η ψυχιατρική έχει υπάρξει πρόθυμη να αναγνωρίσει μέχρι τώρα.

 

Ο Freud ήταν μια ιδιοφυΐα μισών αληθειών. Οι έρευνές του πάνω στην απωθήση, στα μπλοκαρισματα και στις αναστολές αποκαλύπτουν τη δική του φοβική στάση σε σχέση με τις φοβίες. Μόλις μια ενόρμηση γίνει επικίνδυνη, στρεφόμαστε, σύμφωνα με τον Freud, ενεργητικά εναντίον της και την περιφράζουμε σε μια υγειονομική ζώνη. Ο Wilhelm Reich έκανε ακόμα πιο σαφή αυτήν τη στάση με τη θεωρία του περί θωράκισης. Αλλά ο κίνδυνος δεν εξουδετερώνεται πάντα επιθετικά. Πιο συχνά, τον αποφεύγουμε και το βάζουμε στα πόδια. Έτσι, με το να αποφεύγουμε τους τρόπους και τα μέσα αποφυγής, χάνουμε τα μισά από τα εργαλεία για θεραπεία.

 

Ο οργανισμός αποφεύγει τους πραγματικούς πόνους. Ο νευρωτικός αποφεύγει φανταστικές πληγές, όπως τα δυσάρεστα συναισθήματα. Αποφεύγει επίσης να πάρει λογικά ρίσκα. Και τα δύο επεμβαίνουν ενάντια σε κάποια πιθανότητα ωρίμανσης. 

 

Κατά συνέπεια, στη Θεραπεία Gestalt εφιστούμε την προσοχή του θεραπευόμενου στην αποφυγή οποιασδήποτε δυσαρέσκειας. Επεξεργαζόμαστε τις λεπτές μηχανορραφίες της φοβικής συμπεριφοράς και επιπλέον επεξεργαζόμαστε τα μπλοκαρίσματα, τις αναστολές και άλλες προστατευτικές στάσεις.

 

Για να επεξεργαστούμε τους φανταστικούς πόνους και τα δυσάρεστα συναισθήματα χρειαζόμαστε μια λεπτή ισορροπία ματαίωσης και υποστήριξης. Μόλις ο θεραπευόμενος νιώσει την ουσία του “εδώ και τώρα” και του “εγώ και εσύ” (i and thou) , αρχίζει να καταλαβαίνει τη φοβική του συμπεριφορά.

 

Αρχικά ο θεραπευόμενος θα κάνει τα πάντα για να κρατήσει την προσοχή του μακριά από τις πραγματικές του εμπειρίες. Θα δραπετεύσει στις αναμνήσεις και στις προσδοκίες (παρελθόν και μέλλον)· στην πτήση ιδεών (ελεύθεροι συνειρμοί)· σε διανοητικοποιήσεις ή το να “υπερασπίζεται” τι είναι σωστό και λάθος. Τελικά, συναντά τις τρύπες στην προσωπικότητά του με μια επίγνωση του τίποτα (no-thing-ness), κενού, άδειου και του αδιέξοδου. 

 

Επιτέλους ο θεραπευόμενος φθάνει να συνειδητοποιήσει τον παραισθησιογόνο χαρακτήρα του πόνου του. Ανακαλύπτει ότι “δεν χρειάζεται” να βασανίζει τον εαυτό του. Αποκτά μια μεγαλύτερη αντοχή για τη ματαίωση και τον φανταστικό πόνο. Σε αυτό το σημείο αρχίζει να ωριμάζει.

 

Ορίζω την ωριμότητα ως τη μετάβαση από περιβαλλοντολογική υποστήριξη σε αυτο-υποστήριξη. Στη θεραπεία Gestalt η ωριμότητα επιτυγχάνεται με την ανάπτυξη του δυναμικού του ίδιου του ατόμου με τη μείωση της περιβαλλοντολογικής υποστήριξης, αυξάνοντας την αντοχή του στη ματαίωση και ξεσκεπάζοντας το ψεύτικο παίξιμο των βρεφικών και ενήλικων ρόλων.

 

Η αντίσταση είναι μεγάλη επειδή ο θεραπευόμενος έχει προγραμματιστεί να χειρίζεται το περιβάλλον του για υποστήριξη. Αυτό το κάνει με το να το παίζει αβοήθητος και χαζός· γλείφει, δωροδοκεί και κολακεύει. Δεν είναι βρεφικός αλλά παίζει έναν βρεφικό και εξαρτημένο ρόλο περιμένοντας να ελέγξει την κατάσταση με υποτακτική συμπεριφορά. Παίζει επίσης τους ρόλους ενός βρεφικού ενηλίκου. Του είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει τη διαφορά ανάμεσα στην ώριμη συμπεριφορά και στο να “παίζει τον ενήλικο”. Με την ωρίμανση ο θεραπευόμενος όλο και περισσότερο γίνεται ικανός να κινητοποιήσει αυθόρμητα τις δικές του πηγές για να αντιμετωπίσει το περιβάλλον. Μαθαίνει να στέκεται στα πόδια του και έτσι γίνεται ικανός να αντιμετωπίσει τα δικά του προβλήματα όπως και τις έκτακτες ανάγκες της ζωής.

 

Το ανθρώπινο δυναμικό μειώνεται και από τις ακατάλληλες απαιτήσεις της κοινωνίας και από την εσωτερική σύγκρουση. Η παραβολή του Freud των δύο υπηρετών που μαλώνουν με αποτέλεσμα την αναποτελεσματικότητα δεν είναι ξανά, σύμφωνα με τη γνώμη μου, παρά μόνο μια μισή αλήθεια. Στην πραγματικότητα, τα αφεντικά είναι που μαλώνουν. Σε αυτή την περίπτωση τα αντίπαλα αφεντικά είναι αυτό που ο Freud αποκάλεσε υπερεγώ και αυτό. Το αυτό σύμφωνα με την έννοια που του έδωσε ο Freud είναι συνονθύλευμα ενστίκτων και απωθημένων αναμνήσεων. Στην πραγματικότητα παρατηρούμε σε κάθε περίπτωση ότι στο υπερεγώ αντιτίθεται μια προσωποποιημένη οντότητα η οποία μπορεί να αποκαλεστεί υποεγώ. Στη δική μου γλώσσα αποκαλώ τους αντίπαλους αφέντες, topdog (αφέντης) και underdog (σκλάβος). Η πάλη μεταξύ τους είναι και εσωτερική και εξωτερική.

 

Το topdog μπορεί να περιγραφεί ως ενάρετο, εκφοβιστικό, τιμωρητικό, εξουσιαστικό και πρωτόγονο. Το topdog διατάσσει συνεχώς με δηλώσεις όπως: “Εσύ πρέπει”, “Εσύ οφείλεις” και “Γιατί δεν … ;”. Περιέργως, όλοι μας ταυτιζόμαστε τόσο πολύ με το εσωτερικό μας topdog που δεν αμφισβητούμε πλέον την αυθεντία του. Παίρνουμε την ηθική του αρετή ως δεδομένη. 

 

Το underdog αναπτύσσει μεγάλες ικανότητες στο να διαφεύγει από τις εντολές του topdog. Το underdog, το οποίο μόνο με μισή καρδιά σκοπεύει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις, απαντάει: “Ναι, αλλά…”, “Προσπαθώ τόσο σκληρά αλλά την επόμενη φορά θα τα πάω καλύτερα” και “Ες αύριον τα σπουδαία”. Συνήθως το underdog βγαίνει κερδισμένο από τη σύγκρουση. 

 

Με άλλα λόγια, το topdog και το underdog είναι στην πραγματικότητα δύο κλόουν που παίζουν τα παράξενα και περιττά έργα τους πάνω στη σκηνή του ανεκτικού και βωβού εαυτού. Ενσωμάτωση ή θεραπεία μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν η ανάγκη για αμοιβαίο έλεγχο ανάμεσα σε topdog και underdog σταματήσει. Μόνο τότε οι δύο αφέντες θα ακούσουν ο ένας τον άλλο. Μόλις συνέλθουν  (σε αυτή την περίπτωση με το να ακούσει ο ένας τον άλλο) τότε η πόρτα της ενσωμάτωσης και ενοποίησης ανοίγει. Η ευκαιρία να κάνεις από σχίσμα έναν ολόκληρο άνθρωπο γίνεται σίγουρη. Το αδιέξοδο του status quo ή της αιώνιας σύγκρουσης της ατέλειωτης θεραπείας μπορεί να ξεπεραστεί. 

 

Μία τεχνική ενσωμάτωσης της Gestalt είναι η εργασία με τα όνειρα. Δεν παίζουμε ψυχαναλυτικά παιχνίδια ερμηνειών. Έχω την υποψία ότι το όνειρο δεν είναι ούτε μια εκπληρωμένη επιθυμία ούτε μια προφητεία για το μέλλον. Για μένα είναι ένα υπαρξιακό μήνυμα. Λέει στον θεραπευόμενο ποια είναι η κατάσταση της ζωής του και ιδιαίτερα πώς να αλλάξει τον εφιάλτη της ύπαρξής του με το να αποκτήσει επίγνωση και να αναλάβει την ιστορική του θέση στη ζωή. Σε μια επιτυχημένη θεραπεία ο νευρωτικός ξυπνά από την ύπνωση των ψευδαισθήσεων. Στον Ζεν Βουδισμό αυτή η στιγμή λέγεται μεγάλη αφύπνιση (satori). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας Gestalt, ο θεραπευόμενος βιώνει μια σειρά από μικρότερες αφυπνίσεις. Με το να συνέλθει και να πάρει επαφή με τις αισθήσεις του συχνά βλέπει τον κόσμο φωτεινά και καθαρά.

 

Στην ίδια την εργασία, αφήνω τον θεραπευόμενο να εκδραματίσει όλες τις λεπτομέρειες του ονείρου του. Ως θεραπευτές δεν φανταζόμαστε ότι ξέρουμε περισσότερα απ’ ότι ξέρει ο ίδιος ο θεραπευόμενος. Υποθέτουμε ότι κάθε μέρος του ονείρου είναι μια προβολή. Κάθε κομμάτι του ονείρου, είτε άνθρωπος, σκηνικό αντικείμενο ή διάθεση είναι ένα τμήμα του αποξενωμένου εαυτού του θεραπευόμενου. Βάζουμε κομμάτια του εαυτού να συναντήσουν άλλα κομμάτια. Η βασική συνάντηση, φυσικά, είναι ανάμεσα σε topdog και underdog.

 

Για να επεξηγήσω τη μέθοδο της ενσωμάτωσης topdog και underdog μέσω της επεξεργασίας ενός ονείρου, αφηγούμαι μια περίπτωση ενός θεραπευόμενου που εντυπωσίασε τους πάντες με τις ψυχωτικές του εκκεντρικότητες. Κατά τη διάρκεια μιας ομαδικής συνεδρίας αφηγήθηκε ένα όνειρο στο οποίο είδε έναν νεαρό άντρα να μπαίνει σε μια βιβλιοθήκη, να πετά τριγύρω τα βιβλία και να φωνάζει. Όταν η βιβλιοθηκάριος, μια ηλικιωμένη γεροντοκόρη, τον επέπληξε, εκείνος αντέδρασε συνεχίζοντας την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του. Απελπισμένη η βιβλιοθηκάριος κάλεσε την αστυνομία.

 

Εγώ κατεύθυνα τον θεραπευόμενό μου να εκδραματίσει και να βιώσει τη συνάντηση ανάμεσα στο παιδί (underdog) και στη βιβλιοθηκάριο και αστυνομία (topdogs). Στην αρχή η αντιπαράθεση ήταν εχθρική και κατανάλωνε ανώφελα χρόνο και ενέργεια. Ύστερα από τη συμμετοχή στην εχθρική συνάντηση για δύο ώρες, τα διαφορετικά κομμάτια του θεραπευόμενού μου μπόρεσαν να σταματήσουν να πολεμούν και να ακούσει το ένα το άλλο. Το να ακούς αληθινά είναι κατανόηση. Κατέληξε να αναγνωρίσει ότι με το να το παίζει “τρελός” θα μπορούσε να ξεπεράσει σε πονηριά το topdog του, γιατί το ανεύθυνο άτομο δεν τιμωρείται. Ύστερα από αυτή την επιτυχή ενσωμάτωση ο θεραπευόμενος δεν χρειαζόταν πλέον να συμπεριφέρεται σαν τρελός για να είναι αυθόρμητος. Ως αποτέλεσμα είναι τώρα ένας πιο ελεύθερος και θετικός άνθρωπος.

 

Όταν το topdog ταΐζει το underdog προσδοκίες επιτυχίας, αποτελέσματα, βελτιώσεις και αλλαγές, το underdog γενικά απαντά με ψευδό-συμμόρφωση ή σαμποτάζ. Το αποτέλεσμα είναι αναποτελεσματικότητα και κακία. Αν το underdog ειλικρινά προσπαθήσει να συμμορφωθεί, έχει την επιλογή ανάμεσα σε ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση, διαφυγή μέσω ασθένειας ή νευρική κατάρρευση. Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.

 

Εξωτερικά, το topdog και το underdog παλεύουν επίσης για έλεγχο. Άντρας και γυναίκα, θεραπευτής και θεραπευόμενος, εργοδότης και εργαζόμενος παίζουν ρόλους αμοιβαίου χειρισμού.

 

Η βασική φιλοσοφία της θεραπείας Gestalt είναι αυτή της φύσης: διαφοροποίηση και ενσωμάτωση. Η διαφοροποίηση από μόνη της οδηγεί σε πολικότητες. Ως δυαδικότητες αυτές οι πολικότητες εύκολα θα παλεύουν μεταξύ τους και θα παραλύει η μία την άλλη. Με το να ενσωματώνουμε αντίθετα στοιχεία κάνουμε ξανά ολόκληρο τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, η αδυναμία και ο εκφοβισμός ενσωματώνονται ως σιωπηλή σταθερότητα.

 

Ένα τέτοιο άτομο θα έχει την οπτική να βλέπει όλη την κατάσταση (μια gestalt) χωρίς να χάνει τις λεπτομέρειες. Με αυτό τον βελτιωμένο προσανατολισμό είναι σε καλύτερη θέση να αντιμετωπίσει την κατάσταση με το να κινητοποιήσει τις δικές του πηγές. Δεν αντιδρά πλέον με παγιωμένες ανταποκρίσεις (χαρακτήρας) και προκαθορισμένες ιδέες. Δεν χρειάζεται απεγνωσμένα περιβαλλοντολογική υποστήριξη, γιατί μπορεί να το κάνει μόνος του. Δεν ζει πλέον παρακινούμενος από φόβους επικείμενων καταστροφών. Μπορεί τώρα να αξιολογήσει την πραγματικότητα με το να πειραματίζεται με δυνατότητες. Θα παρατήσει την τρέλα για έλεγχο και θα αφήσει την κατάσταση να επιβάλει τις πράξεις του.

 

Η ικανότητα να παραιτείσαι, να αφήνεις παρωχημένες ανταποκρίσεις, εξαντλημένες σχέσεις και καθήκοντα πέρα από τις δυνατότητές σου είναι ένα απαραίτητο κομμάτι της σοφίας της ζωής.

 

Πηγή: Perls, F. (1975). Gestalt Therapy and Human Potentialities. In John O. Stevens (Ed.), gestalt is (pp.1-8). Bantam Books

Θεραπεία Gestalt Fritz PerlsΟ Fritz Perls (1893 –1970) ήταν ο βασικός εμπνευστής της Θεραπείας Gestalt. Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής και διευθυντής του ψυχαναλυτικού ινστιτούτου της Νότιας Αφρικής, αναζητούσε μία άλλη μέθοδο θεραπείας και ανθρώπινης εξέλιξης που να είναι πιο βιωματική, σωματική, διαδραστική. “Δημιούργησε” τη Θεραπεία Gestalt μέσα από την περιπετειώδη πορεία της ζωής του και έχοντας επηρεαστεί -μεταξύ άλλων- από το θέατρο, τα κινήματα του Εξπρεσσιονισμού και Ντανταισμού, τη Σωματική ψυχοθεραπεία, την ψυχολογία Gestalt, τη φιλοσοφία του Υπαρξισμού και της Φαινομενολογίας, το Ζεν και το Τάο, το Ψυχόδραμα κ.α. Ήταν γνωστός για την “ειλικρινή του αναίδεια” και ως ένας από τους πιο διεισδυτικούς θεραπευτές της εποχής του.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *