Πώς το Τραύμα Εισχωρεί στο Δωμάτιο της Θεραπείας – Michael Soth

Τραυμα Θεραπεία Πώς το Τραύμα Εισχωρεί στο Δωμάτιο της Θεραπείας - Michael Soth

Το άρθρο αυτό χαρτογραφεί την επιρροή του “ιατρικού μοντέλου” στον χώρο της συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας, από την προέλευσή του στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

 

Όταν γεννήθηκε το επάγγελμά μας, ο Freud πήρε ως δεδομένο ότι το “ιατρικό μοντέλο” είναι το θεμελιώδες υπόδειγμα για την εργασία της ψυχανάλυσης. Από τότε, μετά από περισσότερα από 100 χρόνια, το “ιατρικό μοντέλο” έχει δεχθεί κριτική και έχει αμφισβητηθεί από πολλές θεραπευτικές αντιλήψεις και για πολλούς λόγους: είναι έγκυρο για ψυχοθεραπεία; Αν ναι, σε ποιον βαθμό; Ή -όπως ισχυρίζονται κάποιοι- είναι θεμελιακά επιζήμιο και ασύμβατο με τη θεραπευτική διαδικασία και τις αρχές της; Τι ρόλο χρειαζόμαστε να του αναθέσουμε μέσα στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο;

 

Το άρθρο αυτό ξεκινά με την υπόθεση ότι το “ιατρικό μοντέλο” υπονοεί ένα δυαδικό σχίσμα ανάμεσα σε επαγγελματία και ασθενή το οποίο περιχαρακώνει το “τραύμα”* στον ασθενή. Το σχίσμα έχει επικριθεί και αποδομηθεί εμπεριστατωμένα από έναν αριθμό αντιλήψεων πάνω στο πώς το τραύμα του ασθενή αρνείται να διαχωριστεί και όντως “εισχωρεί”: στο δωμάτιο της θεραπείας, στον θεραπευτή, ακόμα και στον επόπτη. Ενώ η ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να ενταχθεί στο “ιατρικό μοντέλο”, δεν μπορεί ούτε να αποκλειστεί από το θεραπευτικό εγχείρημα, όπως έχω εξηγήσει σε άλλα κείμενα. Εδώ, ωστόσο, εστιάζω στους περιορισμούς του “ιατρικού μοντέλου” ως ένα αποκλειστικό ή κυρίαρχο πλαίσιο και στάση για θεραπευτές.

 

Η σύγκρουση ανάμεσα στο “ιατρικό” και στο ψυχολογικό σχετίζεσθαι

Ο τίτλος του συνεδρίου του Βρετανικού Συλλόγου Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας (BACP) τον Οκτώβριο του 2006 ευθαρσώς δήλωσε αυτό που κάποιοι αντιλαμβάνονται ως μια αναδυόμενη ομοφωνία: “Η σχέση είναι αυτό που έχει σημασία”. Έχοντάς το αποδεχτεί, ερχόμαστε αντιμέτωποι -όπως ανέλυσε ο Ernesto Spinelli- με την ερώτηση του τι πραγματικά εννοούμε με το “σχετίζεσθαι”. Πώς ορίζουμε το “σχετίζεσθαι”; Ποιες θεραπευτικές δραστηριότητες περιλαμβάνει το “σχετίζεσθαι” και ποιες αποκλείει; Είναι από μόνο του καλό και θεραπευτικό ή έχει επιπλοκές, περιπλοκές, σκιώδεις πλευρές; Φαίνεται ξεκάθαρα ότι το “σχετίζεσθαι” είναι ένα από τα πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά που μας ξεχωρίζει από αυτό που στο εθνικό σύστημα υγείας της Βρετανίας (NHS) θεωρείται ως η προτιμώμενη θεραπευτική επιλογή, δηλαδή η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT). 

 

Παρόλα αυτά, οι ιδέες για θεραπεία σχέσης δεν γίνονται μόνο αποδεκτές, αλλά και είναι της μόδας και ήδη εφαρμόζονται στο CBT. Ως θεραπευτές μπορούμε να κατανοήσουμε ότι το να κάνουμε θεραπεία σχέσης τη θεραπεία μέσω CBT είναι λίγο σαν να βάζουμε έναν στρογγυλό πίρο σε μια τετράγωνη τρύπα. Αλλά η κίνηση να στηριχτούν οι αδυναμίες του υποδείγματος που βασίζεται το CBT -με το να μπολιαστούν διαπροσωπικές, σωματικά επικεντρωμένες και mindfulness τεχνικές- είναι ήδη εν εξελίξει. Αν όμως δεν καταλαβαίνουμε τις θεμελιακές συγκρούσεις υποδειγμάτων και τις εγγενείς αντιφάσεις ανάμεσα στο “ιατρικό μοντέλο” και τη θεραπεία σχέσης, αυτές οι προσπάθειες θα παραμείνουν επιφανειακές. Επίσης εγκυμονεί ο κίνδυνος ότι το νόημα του όρου “relational” (της σχέσης/σχεσιακός) θα αραιωθεί σε ένα ακόμη σλόγκαν και άπτεται του ενδιαφέροντός μας να ξεκαθαρίσουμε πώς η σχέση είναι και πάντα ήταν η ουσία της εργασίας μας ως σύμβουλοι και θεραπευτές.

 

Ποιες είναι λοιπόν οι συνέπειες της δήλωσης “η σχέση είναι αυτό που έχει σημασία”; Νομίζω ότι αν κοιτάξουμε τον εαυτό μας με τιμιότητα θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι -στο τέλος του 20ου αιώνα- η θεραπεία ως σύνολο διακατέχεται από μια αρκετά θεμελιώδη σύγχυση όσον αφορά στο τι περιλαμβάνει στην πραγματικότητα το επαγγελματικό μας σχετίζεσθαι.

 

Οι περισσότεροι προσωποκεντρικοί θεραπευτές τείνουν να εξισώνουν το “σχετίζεσθαι” με μια ζεστή, ενσυναισθητική παρουσία με ουσιαστική αγάπη, η οποία παρέχει το είδος της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης που ενεργητικά προάγει την επαφή και την ανάπτυξη. Είναι αυτού του είδους η παρουσία και επαφή που λείπει από τους θεραπευόμενους, τώρα ή στο παρελθόν τους, η οποία, καταλαβαίνουμε, αποτελεί τη βάση και τροφοδοτεί το πρόβλημά τους και οι θεραπευτές αναζητούν να τους παρέχουν1.

 

Από την άλλη πλευρά, οι επαγγελματίες της ψυχοδυναμικής σχολής ξέρουν πολύ καλά τους κινδύνους της συμπαιγνίας που ενυπάρχουν σε έναν τέτοιο μονομερή ορισμό και θα λάμβαναν τα μέτρα τους για να μην προσκαλέσουν αυτού του είδους του σχετίζεσθαι, το οποίο για τον θεραπευόμενο μπορεί να είναι πανομοιότυπο με μια προσφορά φιλίας. Εξαιτίας αυτών και πολλών άλλων λόγων έχουμε θέσει επαγγελματικά όρια και πλαίσια, συμπεριλαμβανομένων των προδιαγραφών και της ηθικής ανάληψης ευθυνών, ξεκαθαρίζοντας στους αμύητους ότι η θεραπευτική σχέση δεν ισούται με φιλία και ότι μπορούμε να λειτουργήσουμε υπεύθυνα μέσα στις ανισότητες μιας ουσιαστικά ασύμμετρης επαγγελματικής σχέσης. 

 

Αλλά χρειάζεται απαραίτητα αυτή η επαγγελματικότητα να μοιάζει με του γιατρού; Μας υποχρεώνει τότε2 να διατηρούμε μια καλή αλλά ουσιαστικά ουδέτερη, κλινική και σχεδόν ιατρική θέση αυθεντίας από την οποία να εφαρμόζουμε τις γνώσεις και την επιτηδειότητά μας; Οι περισσότεροι θεραπευόμενοι θα υπέθεταν ότι αυτή η επιτηδειότητα είναι αυτό για το οποίο μας πληρώνουν και πολλοί θα θορυβούνταν και θα απειλούνταν από κάποιες από τις ιδέες μας σχετικά με το πόσο σημαντικό είναι να σχετιζόμαστε με αμοιβαιότητα.

 

Χωρίς να επεκταθώ περαιτέρω στις λεπτομέρειες και στους συνδυασμούς της υποβόσκουσας σύγχυσης και αμφιθυμίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι περισσότεροι θεραπευτές τείνουν να πλοηγούνται αμφιταλαντεύομενοι και διστακτικοί ανάμεσα στη Σκύλλα της “κρύας”, κλινικής αντικειμενοποίησης και στη Χάρυβδη της “ζεστής”, φιλικής συμπαιγνίας. Οι περισσότεροι -από έναν ημι-συνειδητό συμβιβασμό- εφαρμόζουν και τις δύο πολικότητες στο ταξίδι τους με τους θεραπευόμενους για να ικανοποιήσουν τις ανταγωνιστικές αξιώσεις των -απ’ όσο πιστεύω- δύο κύριων και έγκυρων συστατικών του επαγγελματικού μας σχετίζεσθαι: της θεραπείας ως αγωγή έναντι της θεραπείας ως σχέση.

 

Αν όντως και τα δύο είναι πράγματι έγκυρα, τότε δεν πρέπει να υπεραπλοποιούμε αυτό που εννοούμε με το “σχετίζεσθαι”. Κατ ‘εμέ, είναι καίριας σημασίας η ιδέα ότι υπάρχει μια μάχη, μια φαινομενικά ασυμφιλίωτη σύγκρουση, αλλά μπορούμε να την αγκαλιάσουμε. Μπορούμε να φθάσουμε σε μια θέση όπου εξίσου η “θεραπεία ως αγωγή” και η “θεραπεία ως σχέση” να θεωρούνται έγκυροι, απαραίτητοι τρόποι του σχετίζεσθαι, παρόλο που είναι βαθιά ανταγωνιστικοί και έντονα αντιφατικοί. 

 

Σε αυτή την τρίτη θέση, πράγμα που θα γίνει ξεκάθαρο στη συνέχεια, δεν αποφεύγουμε τις συγκρουόμενες πολικότητες, ούτε ταλαντευόμαστε από τη μία στην άλλη. Αποδεχόμαστε και εμπλεκόμαστε πλήρως με τη σύγκρουση, αλλά κρατούμε την ένταση ανάμεσα στις πολικότητες ως ένα παράδοξο το οποίο είναι απαραίτητο στην εργασία μας. Όταν ο θεραπευτής μένει σε αυτή την παράδοξη θέση, η αντίφαση ανάμεσα στη “θεραπεία ως αγωγή” και στη “θεραπεία ως σχέση” μπορεί πραγματικά να βοηθήσει στη διαμόρφωση και στην εμβάθυνση της εργασίας μας.

 

Το να μείνουμε στο παράδοξο είναι κάτι παραπάνω από το να αναγνωρίσουμε και να παραδεχτούμε απλώς την ένταση και την άλυτη αμφιθυμία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τρόπους του σχετίζεσθαι. Υπάρχει ένα σχίσμα ανάμεσα στους δύο το οποίο είναι μαζί μας από τον Freud και είναι -κατά τη γνώμη μου- ένα από τα λιγότερο αφομοιωμένα θέματα στη θεραπεία σήμερα.

 

Στη διάλεξή μου στο συνέδριο “Δεν υπάρχει ‘Σχεσιακή Θεραπεία’ χωρίς το σώμα”, πρότεινα ότι αυτό είναι ένα από τα δύο δυαδικά σχίσματα -και τα δύο προέρχονται από το zeitgeist του τέλους του 19ου αιώνα- τα οποία συνεχίζουν να περιορίζουν τη θεωρία και την πρακτική μας. Το ένα είναι ο δυϊσμός στον οποίο βασίζεται η ιδέα μας για τη σχέση ανάμεσα σε “γιατρό” και “ασθενή” και το άλλο είναι ο δυϊσμός ανάμεσα σε μυαλό και σώμα. Κατ’ εμέ, αυτοί οι δύο δυϊσμοί προεδρεύαν ως νονοί κατά τη γέννηση του επαγγέλματός μας (όπως επίσης και της νευροεπιστήμης και της γενετικής, αδελφών επιστημών μας) και τα τελευταία 100 χρόνια έχουν επίμονα μπερδέψει και περιορίσει την εργασία μας. Αυτό είναι που αποκαλώ το “τραύμα της γέννησης της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας”.

 

Το τραύμα της γέννησης του επαγγέλματός μας έχει συζητηθεί και αντιμετωπιστεί από διάφορες προσεγγίσεις και επαγγελματίες, με διάφορους τρόπους από τους οποίους μπορούμε να διδαχτούμε. Όσον αφορά τρόπους για να προσεγγίσουμε και να υπερβούμε τον δυϊσμό σώμα-μυαλό, μπορούμε να πάρουμε ιδέες από τη Σωματική Ψυχοθεραπεία όπως και από τη σύγχρονη νευροεπιστήμη. Για να αντιμετωπίσουμε τον δυϊσμό του γιατρού-ασθενή μπορούμε, για παράδειγμα, να κοιτάξουμε την ανθρωπιστική κριτική του “ιατρικού μοντέλου” όπως και τη σύγχρονη ψυχανάλυση, ειδικά τη σχεσιακή και διαπροσωπική κατεύθυνση. 

 

Αυτό είναι το κύριο θέμα στο οποίο θέλω να επικεντρωθώ εδώ, παρουσιάζοντας ένα απλό -απλοϊκό- περίγραμμα για το πώς, τον τελευταίο αιώνα, ο δυϊσμός του γιατρού-ασθενή φαίνεται να καταρρέει με το να δίνουμε προσοχή στο πώς το τραύμα εισχωρεί στο δωμάτιο της θεραπείας. 

 

Τραύμα Θεραπεία

 

Η κατάρρευση του δυϊσμού του γιατρού-ασθενή

Το γενικότερο κίνημα για την υπέρβαση ενός δυϊσμού στον οποίο κάποιος αρχικά έχει πιαστεί οδηγεί από το να τον παίρνουμε ως δεδομένο, στο να τον αναγνωρίζουμε και να τον ονοματίζουμε, να διαμαρτυρόμαστε εναντίον του, συχνά με το να ταλαντευόμαστε στο άλλο άκρο, μέχρι κάποιος διάλογος να εξελιχθεί που να επικυρώνει και τις δύο πολικότητες, να φθάνει στην προθυμία να αγκαλιάσουμε την πραγματικότητα της σύγκρουσης ως δημιουργική και τελικά στην ικανότητα να κρατήσουμε την ένταση ανάμεσα στις πολικότητες μέσα σε μια παράδοξη αγκαλιά. Τότε είναι που μένουμε σε μια θέση όπου αυτά που αρχικά αναγνωρίζαμε ως αμοιβαίως αποκλειόμενα ανταγωνιστικά αντίθετα τώρα αναγνωρίζονται επίσης ως αμοιβαίως ουσιώδη: υπάρχει μια μάχη ανάμεσα στις πολικότητες, αλλά επίσης δημιουργούν η μία την άλλη και αλληλοεξαρτώνται. 

 

Όσον αφορά στον συγκεκριμένο δυϊσμό που εστιάζω -“θεραπεία ως αγωγή” έναντι στη “θεραπεία ως σχέση”- μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι αρχικά η ψυχανάλυση ήταν ενσωματωμένη στο “ιατρικό μοντέλο” καθώς έπαιρνε ως δεδομένη την πολικότητα “θεραπεία ως αγωγή”.

 

Αλλά η ψυχαναλυτική εργασία δεν θα μπορούσε ποτέ να κάτσει άνετα εντός του υποδείγματος που έχει ως βάση το “ιατρικό μοντέλο”, με τις επιρροές της αντι-κουλτούρας να αμφισβητούν την κυριαρχία αυτού του υποδείγματος από την αρχή. Αλλά φυσικά, κατ’ ουσία, είναι η ίδια η εργασία που υπονομεύει την ξεκάθαρη, δυαδική διαίρεση ανάμεσα σε γιατρό και ασθενή: η εμπλοκή με τον εσωτερικό κόσμο του ασθενή αναπόφευκτα ενεργοποιεί το ασυνείδητο του ίδιου του θεραπευτή, όπως αναγνώρισε ο Jung από νωρίς και χαλαρώνει τη συγκράτηση και το κρύψιμο του θεραπευτή πίσω από μία παγιωμένη θεραπευτική θέση (σε οποιαδήποτε θεωρία κι αν αυτή βασίζεται). 

 

 

Η ταλάντευση από το “ιατρικό” στο “αντι-ιατρικό μοντέλο”

Κατά τη διάρκεια του μέσου του 20ου αιώνα, οι πολλαπλές προκλήσεις ενάντια στο “ιατρικό μοντέλο” τελικά οδήγησαν στην ανθρωπιστική επανάσταση και τη βαθιά απαραίτητη ταλάντευση στο άλλο άκρο: μια θέση που αποκαλώ το “αντι-ιατρικό μοντέλο”.

Σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο αυτή η τώρα πλήρως καθιερωμένη πολικότητα ανάμεσα στο “ιατρικό μοντέλο” και το “αντι-ιατρικό μοντέλο” διεγείρει τις τελευταίες δεκαετίες μια σκληρή αντιπαράθεση και έντονη πόλωση. Δεν υπάρχει χώρος εδώ για να επεκταθούμε στη μεταψυχολογική συζήτηση από μια οπτική που στην πραγματικότητα να αγκαλιάζει και τις δύο πολικότητες, αλλά μπορούμε να προετοιμάσουμε μια τέτοια πιθανή ενοποίηση με το να εστιάσουμε σε μια συγκεκριμένη πτυχή του θέματος: σε ένα προγενέστερο άρθρο (“Body Psychotherapy Today”, Therapy Today, Νοέμβριος 2005, Vol 16 No 9) πρότεινα ότι η ιστορία του επαγγέλματός μας θα μπορούσε να γραφτεί αναφορικά με τη σχέση μας με το “τραύμα” του θεραπευόμενου3 και πώς αυτό εισχωρεί στο δωμάτιο της θεραπείας. Ξεκινώντας από τις καταγωγές μας στην -αν και αμφίθυμη- υπόκλιση του Freud στο “ιατρικό μοντέλο”, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα βήματα με τα οποία το επάγγελμά μας όλο και περισσότερο αναγνωρίζει πώς η βιωμένη πραγματικότητα του τραύματος, το εδώ και τώρα, με σάρκα και οστά βίωμα της διαδικασίας του τραυματισμού δεν μπορεί να παραμείνει και όντως δεν παραμένει έξω από το δωμάτιο της θεραπείας4.

 

Ο δυϊσμός καταρρέει, το τραύμα αρνείται να μείνει περιορισμένο στη ζωή και στο μυαλό του θεραπευόμενου και εισχωρεί -όχι μόνο στην πραγματικότητα της θεραπείας του θεραπευόμενου, αλλά και στου θεραπευτή και στη θεραπευτική σχέση ως σύνολο. Πιστεύω ότι είναι αυτή η αναγνώριση που βρίσκεται στην καρδιά του ισχυρισμού μας ότι -όπως και στον τίτλο του συνεδρίου μας- “η σχέση είναι αυτό που έχει σημασία”.

 

Έτσι εδώ παρουσιάζω την περιήγηση -με στάσεις- στο πώς το τραύμα εισχωρεί στο δωμάτιο και αποδομεί μια αποκλειστικά “ιατρικού μοντέλου” οπτική σε εξίμισι εύκολα βήματα:

Το τραύμα του θεραπευόμενου έρχεται στο δωμάτιο και εισχωρεί …

1

στο “εδώ και τώρα” βίωμα του θεραπευόμενου ως μια μη-λεκτική διαδικασία

2

στην “εδώ και τώρα” αντίληψη του θεραπευόμενου για τον θεραπευτή του (= “μεταβίβαση”)

3

στο “εδώ και τώρα” βίωμα του θεραπευόμενου για τον θεραπευτή του (= “σωματική μεταβίβαση”)

α) στην κατασκευή του χώρου της θεραπείας από τον θεραπευόμενο = μεταβίβαση προς τη θεραπεία ως μια βοηθητική διαδικασία

β) στο βίωμα του θεραπευόμενου για τον συγκεκριμένο θεραπευτή = μεταβίβαση προς σε αυτόν τον συγκεκριμένο θεραπευτή

4

στην “εδώ και τώρα” επίγνωση του θεραπευτή (= “αντιμεταβίβαση”)

5

στην “εδώ και τώρα” ψυχοσωματική εμπειρία του θεραπευτή (= σωματική “αντιμεταβίβαση” = εκπραξία / επαναδιαδραμάτιση)

6

στο “εδώ και τώρα” βίωμα του επόπτη (= παράλληλη διαδικασία)

1. Το τραύμα έρχεται στο δωμάτιο

… και εισχωρεί στο “εδώ και τώρα” βίωμα του θεραπευόμενου ως μια μη-λεκτική διαδικασία

Όπως διαφωτίζει η σύγχρονη νευροεπιστήμη5, το έντονο βίωμα του θεραπευόμενου επώδυνων μοτίβων έξω από το δωμάτιο και σε άλλες στιγμές εκτιμάται από τον θεραπευτή με βάση ανεπαίσθητων αντιλήψεων των μη-λεκτικών σινιάλων στο “εδώ και τώρα” του δωματίου της θεραπείας. Αυτές οι αντιλήψεις αυτόματα και συνήθως σωστά συνάγονται και προβάλλονται στο κατά τ’ άλλα άγνωστο υπόλοιπο του βιώματος του θεραπευόμενου. Η ενσυναίσθηση του θεραπευτή για το βίωμα του θεραπευόμενου εξαρτάται από αυτή την άρρητη συναγωγή η οποία συμβαίνει υποσυνείδητα στο μυαλό του θεραπευτή. Κατ’ αυτό τον τρόπο όλοι οι θεραπευτές εξαρτώνται από το να έρθει το τραύμα στο δωμάτιο και να επικοινωνηθεί υποσυνείδητα, μη-λεκτικά. Αυτό ισχύει ακόμα και για θεραπευτές των οποίων το μοντέλο δεν περιλαμβάνει αυτές τις διαδικασίες, π.χ. ο τρόπος που ακόμα και ένας γνωσιακός-συμπεριφορικός θεραπευτής αντιλαμβάνεται και εμπλέκεται με το “αρνητικό σχήμα” και τις “δυσλειτουργικές σκέψεις” του θεραπευόμενου γίνεται μέσα από την ασυνείδητη παρακολούθηση των μη-λεκτικών σινιάλων που προέρχονται από το σχήμα καθώς και ενώ συζητιέται ή αντιμετωπίζεται. 

 

Αυτό ισχύει όχι μόνο όσον αφορά στις αντιλήψεις και στην ενσυναίσθηση του θεραπευτή, αλλά είναι εξίσου αληθινό σε σχέση με τη χρονική στιγμή, την έμφαση και την έκφραση των παρεμβάσεων του θεραπευτή. Κανένας θεραπευτής δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη συνεχόμενη υποσυνείδητη αντίληψη της συναισθηματικής κατάστασης του θεραπευόμενου και ειδικά της πλημμυρίδας και άμπωτης του πόνου του θεραπευόμενου: το πώς το τραύμα ενεργοποιείται και μετακινείται -αν και ασυνείδητα- στο προσκήνιο του θεραπευτικού χώρου ή πώς υποχωρεί ή δεν γίνεται δεκτό αποτελεί τη βασική πυξίδα για τον συντονισμό και τη διαίσθηση του θεραπευτή -αυτά τα χιλιάδες μη-λεκτικά σήματα που τα προσεγγίζουμε και υπάγουμε κάτω από την ετικέτα “διαίσθηση”.

 

Το τραύμα είναι πάντα ήδη στο δωμάτιο και ακόμα και ο πιο μη-σχεσιακός επαγγελματίας βασίζεται -όχι θεωρητικά και στρατηγικά, όχι στη ρητή του σκέψη- αλλά, υπόρρητα στην αντίληψή του και διάγνωση, στον συγχρονισμό, στον ρυθμό και στην τροποποίηση των θεραπευτικών του ανταποκρίσεων απέναντι στα μη-λεκτικά σήματα που προέρχονται από πτυχές του τραύματος στο εδώ και τώρα.

 

2. Το τραύμα έρχεται στο δωμάτιο

… και εισχωρεί “στην “εδώ και τώρα” αντίληψη του θεραπευόμενου για τον θεραπευτή του (= “μεταβίβαση”)

Ότι η συμπτωματολογία του τραύματος εισχωρεί στο δωμάτιο της θεραπείας αναγνωρίστηκε από τον Freud από την αρχή και ήταν η βάση για την αρχική του εστίαση στην κάθαρση. Το να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί τις ασυνείδητες συνδέσεις στα συμπτώματα και στα όνειρα, όπως και το να προκαλεί την κάθαρση των τραυματικών ριζών της πληγής ήταν απόλυτα εφικτό εντός της τυπικής θέσης γιατρού, ομολογουμένως τώρα εστιασμένη στην ψυχολογία αντί για το σώμα, αλλά ακολουθώντας, παρόλα αυτά, τη συμβατική ιατρική διαδικασία. Ωστόσο μια από τις στιγμές της ιδιοφυΐας του Freud έφθασε όταν αναγνώρισε ότι ο ασθενής δεν συνεργαζόταν πρόθυμα με την αγωγή, αλλά παρα-νοούσε τις προθέσεις και τις παρεμβάσεις του γιατρού μέσα από τα μοτίβα, τις εξιδανικεύσεις και τις αρνήσεις γύρω από το τραύμα. Αρχικά ο Freud νόμιζε ότι αυτές οι παρα-νοήσεις και προβολές, η “νεύρωση μεταβίβασης”, ήταν αντιστάσεις στην αγωγή. Αλλά με μια θαρραλέα κίνηση, αναγνώρισε ότι αντί για μια αποφυγή του τραύματος και ένα εμπόδιο στο υποτιθέμενο ιδανικό της βοηθητικής “ιατρικής” σκέψης, οι μεταβιβαστικές παρα-νοήσεις του θεραπευόμενου προέρχονταν από το τραύμα και συνεπώς συνιστούσαν τη “βασιλική οδό” για το τραύμα. Αυτή η αναγνώριση έχει υπάρξει το θεμέλιο της ψυχαναλυτικής σκέψης και ένας πυλώνας της αναλυτικής εργασίας από τότε. 

 

Στην καθημερινή εργασία οι εκδηλώσεις της μεταβίβασης γίνονται πιο απλά παρατηρήσιμες μέσα από την αντίθεση ανάμεσα στη “λεκτική” και “μη-λεκτική” θεραπευτική συμμαχία6. Για έναν παρατηρητικό επαγγελματία, υπάρχουν συχνά σημάδια ότι η προθυμία του θεραπευόμενου να εμπλακεί με τον θεραπευτή υπονομεύεται ασταμάτητα και ακούσια από αρνήσεις, αποσπάσεις, αποφυγές και άλλες αντιδράσεις που σαμποτάρουν την πρόθεση του θεραπευτή για βοήθεια και παρακάμπτουν τις βοηθητικές του αντιλήψεις και παρεμβάσεις.

 

Φυσικά συνειδητοποιώ πως η έννοια της μεταβίβασης τίθεται υπό αμφισβήτηση και προσφέρεται -όπως κάθε άλλη έννοια, ίσως ακόμα και περισσότερο- για αμυντική χρησιμοποίηση. Αφού εξ ορισμού είναι κυρίως ασυνείδητη, οποιαδήποτε αντίρρηση από τον θεραπευόμενο στην ερμηνεία του επαγγελματία μπορεί να θεωρηθεί ως αντίσταση και έτσι να χρησιμεύσει ως επιπρόσθετη επιβεβαίωση -ένα δυνητικό αδιάσειστο ταυτολογικό σύστημα στο οποίο ο αναλυτής πάντα ξέρει καλύτερα και έχει πάντα δίκαιο. Αλλά ακόμα και μέσα από προσεγγίσεις που βασίζονται στην κεντρικότητα της μεταβίβασης στη θεραπευτική σχέση, υπάρχει μια πλατιά απόκλιση όσον αφορά στον βαθμό και στην έκταση της επιμονής της και σίγουρα όσον αφορά στον τρόπο εργασίας. Διαφορετικές προσεγγίσεις συνεπάγονται και διαφορετικές εντάσεις και βαθμούς παράδοσης στο βίωμα της μεταβίβασης από την πλευρά του θεραπευτή.

 

Ως αντίδραση ενάντια στις αμυντικές της χρήσεις και στις ιεραρχικές, εξουσιαστικές επιπτώσεις με τις οποίες ήρθε πακεταρισμένη, η “μεταβίβαση” ως μια θεωρητική έννοια αρχικά είχε απορριφθεί από τις ανθρωπιστικές προσεγγίσεις, πολλές εκ των οποίων, ωστόσο, την έχουν επανεντάξει στο πλαίσιό τους τα τελευταία 20 χρόνια σε διαφορετικούς βαθμούς. Έχοντας διαμορφώσει το αυθεντικό “Εγώ και Εσύ” σχετίζεσθαι ως ένα έγκυρο και απαραίτητο συστατικό της θεραπείας, οι ανθρωπιστικοί επαγγελματίες έχουν αναγνωρίσει ότι οι δικές τους ιδέες και έννοιες μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν αμυντικά και ότι κανένα θεραπευτικό μοντέλο ή εργαλείο από μόνο του δεν έχει ανοσία έναντι στο να γίνει αντι-θεραπευτικό ή μη αυθεντικό. Αν ο θεραπευόμενος στην πραγματικότητα δέχεται και ανταποκρίνεται στις προσφορές του θεραπευτή για αυθεντικό σχετίζεσθαι ή συνεχίζει να παρα-νοεί τον θεραπευτή μέσα από τις εξιδανικεύσεις και τις αρνητικές προβολές που είναι έμφυτες στο τραύμα του, τίθεται ένα ερώτημα το οποίο οι θεραπευτές όλων των προσανατολισμών μπορούν να δουν. Η μεταβίβαση έναντι της αυθεντικότητας γίνεται τότε μια φαινομενολογική έρευνα της συγκεκριμένης επαφής εδώ και τώρα ανάμεσα σε θεραπευόμενο και θεραπευτή, παρά ένα ιδεολογικό θέμα.

 

3. Το τραύμα έρχεται στο δωμάτιο

… και εισχωρεί στο “εδώ και τώρα” βίωμα του θεραπευόμενου για τον θεραπευτή του (= “σωματική μεταβίβαση”)

Εντός μίας δυαδικής έννοιας του ψυχοσώματος του θεραπευόμενου, τα συμπτώματα του τραύματος όπως και οι μεταβιβαστικές επιπτώσεις παραδοσιακά γίνονταν κατανοητές ως νοητικές διαδικασίες, ως νοητικές αναπαραστάσεις. Ήταν το επίτευγμα του Wilhelm Reich, ενός μαθητή και συναδέλφου του Freud να αναγνωρίσει και να διατυπώσει ότι εξίσου το τραύμα του θεραπευόμενου και η μεταβίβαση είναι ψυχοσωματικές διαδικασίες. Οι εκτεταμένες συνέπειες των θεωριών του Reich δεν έχουν ακόμη απορροφηθεί από τον χώρο της συμβουλευτικής και θεραπείας, αλλά έχουν όντως εμπνεύσει και ξεκινήσει την παράδοση της Σωματικής Ψυχοθεραπείας (η οποία στη συνέχεια είχε μια μεγάλη επιρροή στο ανθρωπιστικό κίνημα).

 

Περιττό να πω σε αυτό το πλαίσιο ότι ο Reich ανέπτυξε μια ολιστική θεωρία του τραύματος, ενοποιώντας βιολογία και ψυχολογία. Εβδομήντα χρόνια πριν η νευροεπιστήμη αρχίσει να επιβεβαιώνει κάποιες από αυτές τις ιδέες, περιέγραψε πώς το συναισθηματικό και ψυχολογικό τραύμα επηρεάζει όλα τα επίπεδα και συστήματα της λειτουργίας του ψυχοσώματος, από τη βασική φυσιολογία και ανατομία, τις αντιδράσεις του νευροφυτικού και του αυτόνομου νευρικού συστήματος μέχρι τους απροαίρετους και προαιρετικούς μυς και την αναπνοή, συμπεριλαμβανομένης της έκφρασης και συγκράτησης συναισθημάτων όπως και αναμνήσεων, εικόνων, αντιλήψεων και σκέψεων. Με απλούς όρους: το τραύμα επηρεάζει και διαχέεται σε όλο το σύνθετο σύστημα του σώματος-συναισθήματος-φαντασιών-μυαλού, σε όλο τον άνθρωπο. Αυτό αμφισβητεί τη δυαδική έννοια ότι αν υπάρχει μια υποκειμενική νοητική εμπειρία πόνου, τότε το πρόβλημα πρέπει να προέρχεται και να αντιμετωπίζεται στο μυαλό· ότι ο ψυχολογικός πόνος περιορίζεται στο μυαλό και μπορεί να θεραπευτεί με τη γνώση ή με τη διόρθωση της “δυσλειτουργικής σκέψης”.

 

Αυτό που έχει σημασία για τους σκοπούς του θέματός μας εδώ, είναι ότι ο μοναδικός λόγος και ο μόνος τρόπος που ένα παρελθοντικό τραύμα μπορεί να επανεμφανιστεί και επαναβιωθεί στην τωρινή ζωή του θεραπευόμενου (όπως και να εκδηλωθεί στην εδώ και τώρα αλληλεπίδραση ανάμεσα σε θεραπευόμενο και θεραπευτή) είναι επειδή έχει εσωτερικευτεί και αποθηκευτεί. Ο Reich έδειξε ότι ο κύριος όγκος του δεν ήταν μια νοητική διαδικασία, αλλά βασιζόταν στη “σωματική μνήμη”: η συσσωρευμένη εμπειρία ζωής, ολόκληρη η ιστορία της ζωής μας -μαζί με τα ανεπίλυτα τραύματα και πληγές- είναι παγωμένα στο οργανισμικό μας σύστημα σε όλα τα επίπεδα του ψυχοσώματος ως μοτίβο συνήθειας το οποίο αποκάλεσε “θωράκιση του χαρακτήρα”7. Όταν ένα τραύμα παγώνει στον χρόνο και δομείται στο ψυχοσώμα, αυτό σημαίνει με απλά λόγια είναι ότι σε κάποιο επίπεδο σωματικής πραγματικότητας το τραύμα συνεχώς βιώνεται σαν να συμβαίνει ακόμα ΤΩΡΑ, με κάποια απτή, βιωμένη αίσθηση· δεν υπάρχει ποτέ κάποια ανάπαυλα από το τραύμα και καμία ευκαιρία να χαλαρώσεις ή να αναρρώσεις από αυτό επειδή δεν τελειώνει ποτέ. Ακόμα συμβαίνει γιατί δεν σταμάτησε ποτέ.

 

Αυτό επίσης σημαίνει ότι δεν σταματάει απλά επειδή ο θεραπευόμενος μπαίνει στο δωμάτιο της θεραπείας. Χρειάζεται λοιπόν να επεκτείνουμε αυτή την αναγνώριση στο βίωμα του θεραπευόμενου για τη θεραπεία και μπορούμε να πούμε ότι το τραύμα βιωματικά συγκεντρώνεται στη θεραπευτική σχέση. Αυτό φυσικά επηρεάζει βαθιά τη μη-λεκτική συμμαχία στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως: με απλούς όρους, όσο πιο ασφαλής αισθάνεται ο θεραπευόμενος με τον θεραπευτή, τόσο πιο πιθανό είναι να μπορεί να νιώσει την πρότερη μη αναγνωρισμένη ή απωθημένη πραγματικότητα του τραύματος. Είναι ένα από τα παράδοξα του θεραπευτικού εγχειρήματος: ακριβώς επειδή η σχέση βιώνεται ως ασφαλής, τα βαθύτερα επίπεδα του τραύματος και μαζί του η μεταβίβαση μπορεί να αναδυθεί.

 

Όσο πιο ασφαλής είναι ο θεραπευτικός χώρος, τόσο πιο πιθανό είναι ότι ο πόνος θα έρθει -τελικά- στην επιφάνεια. Αλλά όσο περισσότερο όντως αναδύεται ο πόνος του τραύματος και χρωματίζει το βίωμα του ψυχοσώματος του θεραπευόμενου μέσα στη θεραπεία και για τη ίδια τη θεραπεία, τόσο περισσότερο ο θεραπευόμενος τείνει να βιώνει τον θεραπευτικό χώρο μέσα από το τραύμα. Όσοι από εμάς είναι ευαίσθητοι στην πληθώρα των αυθόρμητων διαδικασιών σε ένα σωματικό επίπεδο, γίνεται φανερό και απτό ότι το σώμα του θεραπευόμενου αρχίζει να αντιδρά σαν να ήταν παγιδευμένο στην τραυματική σχέση ΤΩΡΑ. Ο θεραπευόμενος τότε βιώνει τον θεραπευτή και τον θεραπευτικό χώρο όχι μόνο μέσα από το τραύμα αλλά ως τραυματικό. Από αυτήν τη διατύπωση συνεπάγεται η έννοια ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε δύο πτυχές της “σωματικής μεταβίβασης”:

 

3α. Το τραύμα εισχωρεί στην κατασκευή του χώρου της θεραπείας από τον θεραπευόμενο. Μπορούμε να την αποκαλέσουμε η “μεταβίβαση προς τη θεραπεία” (γενικότερα), ένα μοτίβο συνήθειας ανεξάρτητο από τον συγκεκριμένο θεραπευτή, το οποίο βρίσκεται στη θέση του πριν ο θεραπευτής να μπει στο δωμάτιο.

 

3β. Το τραύμα εισχωρεί στο βίωμα του θεραπευόμενου για τον συγκεκριμένο θεραπευτή. Αυτή είναι η “μεταβίβαση προς τον συγκεκριμένο θεραπευτή” και υπάρχουν πολλές μεγάλες αντιπαραθέσεις σχετικά με το ερώτημα πόσο τυφλή και αυτόματη είναι αυτή η μεταβίβαση ή σε ποιον βαθμό η υποκειμενική πραγματικότητα του θεραπευτή πραγματικά συνεισφέρει σε αυτήν και τη συνδημιουργεί.

 

4. Το τραύμα έρχεται στο δωμάτιο

… και εισχωρεί στην “εδώ και τώρα” επίγνωση του θεραπευτή (= “αντιμεταβίβαση”)

Ο Freud αναγνώρισε τη μεταβίβαση των παρελθόντων βιωμάτων στο παρόν ως ένα χαρακτηριστικό του ανθρώπινου νου και αυτό αναπόφευκτα εφαρμόζεται και στον θεραπευόμενο και στον αναλυτή. Αλλά σύμφωνα με τη δεδομένη προϋπόθεση της ουδετερότητας, αντικειμενικότητας και ορθολογισμού του γιατρού, η μεταβίβαση θεωρείτο ένα εμπόδιο για την ικανότητα του αναλυτή να παρέχει τη σωστή ιατρική αγωγή. Η εικασία ότι ο αναλυτής μπορούσε και έπρεπε να είναι “ολοκληρωτικά αναλυμένος” μέχρι το σημείο όπου καμία επιπρόσθετη παράλογη εκδήλωση του δικού του τραύματος δεν θα μπορούσε να συσκοτίσει την επαγγελματική του κρίση αποδομήθηκε μονάχα -ύστερα από τον θάνατο του Freud- τη δεκαετία του 1950. Μέσα από τις έρευνες της Melanie Klein της πρώιμης ανάπτυξης και των πιο “πρωτόγονων” βαθών του ανθρώπινου νου, το έδαφος είχε προετοιμαστεί για να παρατηρηθεί πως οι αισθήσεις και τα συναισθήματα του τραύματος δεν μένουν περιορισμένα στον θεραπευόμενο. Όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε τα βιώματα της συγχώνευσης και σύντηξης ανάμεσα στο βρέφος και στη μητέρα και πώς αυτές οι εμπειρίες δομούνται στο ψυχοσώμα μας και μεταφέρονται στην υπόλοιπη ζωή μας, τόσο λιγότερο μπορούμε να διατηρούμε μια ξεκάθαρη δυαδική διάκριση σε οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης ανάμεσα σε ασθενή και γιατρό. 

 

Η ανακάλυψη των “κατοπτρικών νευρώνων” και η λειτουργία τους8 έχει δώσει βαθιά νευροεπιστημονική υποστήριξη σε αυτό που οι ενδοσκοπικοί θεραπευτές παρατηρούν εδώ και δεκαετίες: ο ευαίσθητος συντονισμός προς έναν άλλο ανοίγει την υποκειμενικότητά μας στη δική του κατά τέτοιον τρόπο που τα “μυαλά” μας αναμιγνύονται. Αυτή η ανάμειξη ξεκινά με ένα αναπόφευκτο και ουσιαστικά βασικό συστατικό της θεραπευτικής μας στάσης, δηλαδή της ενσυναίσθησης. Είναι η ενσυναίσθησή μας που ανοίγει την πόρτα, αλλά μέσα από αυτή την πόρτα μπορεί να μπει αυτό που η ψυχανάλυση αποκαλεί “προβολική ταύτιση” και η Ψυχολογία προσανατολισμένη στη Διεργασία9 αποκαλεί “dreaming up”: μπορούμε να βιώσουμε πτυχές της εμπειρίας του θεραπευόμενου10 επειδή -με απλούς όρους- οι αισθήσεις, τα συναισθήματα, οι εικόνες και οι σκέψεις του μπορούν να εμφανιστούν στη ροή της συνειδητότητας του θεραπευτή, στο σημείο που ο θεραπευτής μπορεί να νομίζει ότι είναι δικές του. Στην αντιμεταβίβαση το βίωμα του θεραπευόμενου και του θεραπευτη μπορεί να γίνουν δυσδιάκριτα και ο θεραπευτής να καταλήξει να ταυτίζεται με αυτό που έχει προβληθεί.

 

Όταν λάβουμε υπόψη αυτή τη διαδικασία που ουσιαστικά “υπονομεύει την ταυτότητά” μας, έχουμε το δικαίωμα να νιώσουμε μπερδεμένοι και απειλημένοι και πολλοί επαγγελματίες περνούν από επαγγελματική κρίση όταν αρχίζουν να δίνουν προσοχή και να εργάζονται με τον βαθμό που η προβολική ταύτιση διαποτίζει τη θεραπευτική σχέση. Παρόλα αυτά, σύντομα αναγνωρίζουμε ότι αυτή η απειλή της ταυτότητάς μας είναι επίσης και μια ευλογία: είναι μέσα από αυτό το κανάλι που καταλαβαίνουμε τους άλλους πιο ολοκληρωτικά και ειδικά εκείνες τις πτυχές της πραγματικότητάς τους που κρατιούνται ασυνείδητες καθώς συγκρατούν μια φόρτιση που είναι υπερβολικά επώδυνη ή αβάσταχτη. Γι’ αυτό προβάλλονται και γι’ αυτό αυτοί οι προβολικοί μηχανισμοί μπορούν να θεωρηθούν ότι επεκτείνουν το βασίλειο του συναισθαντικού μας βάθους.

 

Φαινομενικά δικαιολογούμαστε με το να εμπιστευόμαστε τη διασυνδεσιμότητα ανάμεσα στους ανθρώπους και μαζί της την ακρίβεια των διαδικασιών της ενσυναίσθησης, πολύ περισσότερο από όσο θα επέτρεπε η έννοια του 19ου αιώνα των οντολογικά ξεχωριστών ατόμων.Σε αυτό το -με πολλούς τρόπους- σημείο αντικουλτούρας και οι ψυχαναλυτικές και οι ανθρωπιστικές φιλοσοφίες συμφωνούν, παρόλο που χρησιμοποιούν πολύ διαφορετικές γλώσσες για να περιγράψουν αυτή την εμπειρία.

 

Αν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο “αντιμεταβίβαση” με την πιο πλατιά του έννοια σαν να περιβάλλει ολόκληρη την εσωτερική διαδικασία του θεραπευτή, τότε -με μια κίνηση παράλληλη με την ανα-θεώρηση του Freud για τη μεταβίβαση- μπορούμε να πούμε ότι το τραύμα εισχωρεί στο βίωμα του θεραπευτή και ότι τότε η “αντιμεταβίβαση” περιέχει πληροφορίες για τον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου. Έτσι η αντιμεταβίβαση αναπλαισιώνεται από ένα εμπόδιο στη θεραπευτική διαδικασία (δηλαδή από μια παθολογική παρεμβολή στην “ιατρική” ουδετερότητα του θεραπευτή) σε μια επιπλέον “βασιλική οδό” σε αυτήν.

 

Αυτό που έχει αποκαλεστεί η “επανάσταση της αντιμεταβίβασης”11 ξεκίνησε με τα σημαντικής επιρροής άρθρα του Heimann και Racker τη δεκαετία του 1950 και αναπτύχθηκε από εκεί στη σύγχρονη αντικειμενότροπη και σχεσιακή ψυχανάλυση. Σε αυτές τις παραδόσεις οι “επικοινωνιακές” και “διυποκειμενικές” πτυχές της αντιμεταβίβασης τώρα αποτελούν πολύ καλα καθιερωμένες αρχές.

 

Παραδοσιακά η προσοχή στην εσωτερική διεργασία του θεραπευτή ήταν εστιασμένη στις νοητικές διεργασίες και ενδοσκοπήσεις, δίνοντας έτσι στην αντιμεταβίβαση μια πολύ νοητική προκατάληψη. Αυτή άρχισε κάπως να αμφισβητείται από την ιδέα της “σωματικής αντιμεταβίβασης”, αλλά μόνο μέχρι πρόσφατα (τέλη της δεκαετίας του 1990) μια πιο ολοκληρωτικά ολιστική και σχεσιακή διατύπωση της αντιμεταβίβασης έχει γίνει εφικτή12. 

 

Οι αλληλοεπικαλύψεις και οι διαφορές ανάμεσα στις έννοιες της αυθεντικότητας και της αντιμεταβίβασης ήταν θέμα αντιπαράθεσης στο περιοδικό Therapy Today εδώ και κάποια χρόνια. Όπως έχω προτείνει στο παρελθόν, μια ενοποίηση των εννοιών της αυθεντικότητας και της αντιμεταβίβασης γίνεται εφικτή μέσα από τη γείωση και των δύο στη στιγμή προς στιγμή φαινομενολογική προσοχή των εσωτερικών διεργασιών του θεραπευτή, εφόσον ξεπεράσουμε την αντίληψη αυτής της διεργασίας μέσα από τους φακούς του δυϊσμού σώμα-μυαλό.

 

5. Το τραύμα έρχεται στο δωμάτιο

… και εισχωρεί στην “εδώ και τώρα” ψυχοσωματική εμπειρία13 του θεραπευτή (= σωματική “αντιμεταβίβαση” = εκπραξία / επαναδιαδραμάτιση).

Είναι άξιο παρατήρησης το γεγονός ότι το τραύμα ενίοτε εισέρχεται στην οπτική του θεραπευόμενου για τον θεραπευτή του αλλά και ότι πτυχές του “πηδούν” κατά διαστήματα στο βίωμα του θεραπευτή και εμφανίζονται στην αντιμεταβίβαση. Όταν χρησιμοποιούμε τα παιχνίδια ρόλων στη βιωματική εκπαίδευση με επαγγελματίες πολλών διαφορετικών προσανατολισμών, δεν έχω συναντήσει ποτέ δυσκολία να καθιερώσω μία κοινή αντίληψη ότι ανάμεσα σε θεραπευόμενο και θεραπευτή συμβαίνουν εκείνες οι διεργασίες στις οποίες παρεπέμπουν οι όροι μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση. Αναγνωρίζω ότι αυτοί οι όροι φέρουν ιστορικά φορτία και ότι πολλοί αντιδρούν εναντίον τους για πολλούς έγκυρους λόγους.

 

Αυτό που έχει σημασία εντέλει είναι ότι αναγνωρίζουμε αυτές τις διεργασίες, δουλεύουμε μαζί τους και μπορούμε να αναστοχαστούμε από κοινού για αυτές. Η ορολογία είναι ένα θέμα, αλλά αυτό που πραγματικά τέμνει το πεδίο είναι το ερώτημα του πόσο συχνές ή κυρίαρχες είναι αυτές οι διεργασίες και κατά συνέπεια τι σημασία οφείλουμε να τις αποδώσουμε. Αυτό είναι το σημείο όπου η μικροσκοπική προσοχή στις διεργασίες του ψυχοσώματος του θεραπευτή, με όλη την περίπλοκη λεπτομέρεια στο εδώ και τώρα της θεραπευτικής αλληλεπίδρασης, αποκτά ύψιστη σημασία ως ο μοναδικός τρόπος που μπορούμε βιωματικά να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα χωρίς να χαθούμε σε θεραπευτικές ιδεολογίες και θεωρητικολογία. 

 

Όσο πιο πολύ αγκαλιάζουμε την ψυχολογία των δύο ανθρώπων (αντί την αποκλειστική οπτική της ψυχολογίας του ενός ανθρώπου που αντικειμενοποιεί), τόσο πιο πολύ αναγνωρίζουμε ότι οι δυναμικές της θεραπευτικής σχέσης συνδημιουργούνται και δεν μεταφέρονται ή προβάλλονται απλώς από τον θεραπευόμενο στην υποτιθέμενη “κενή οθόνη” του θεραπευτή.

 

Μπορούμε να κατανοήσουμε την έννοια της “κενής οθόνης” ως ένα ιστορικό κατάλοιπο του “ιατρικού μοντέλου”, σχεδιασμένο για να στηρίξει προστατευτικά τον διαχωρισμό του αναλυτή, ακριβώς επειδή απειλείται από την ένταση των μεταβιβαστικών δυνάμεων οι οποίες αναπόφευκτα τραβούν τον επαγγελματία στο βίωμα του μη-διαχωρισμού από το τραύμα του θεραπευόμενου, όπως όμως και στο δικό του τραύμα. Δεν είναι εφικτό να φροντίσουμε με ενσυναίσθηση το τραύμα του άλλου χωρίς και οι δύο να ταυτιστούμε με το βίωμά του και ταυτόχρονα να είμαστε δεκτικοί σε προβολικές ταυτίσεις· το τραύμα του άλλου θα έχει την τάση να αγγίξει και να επαναδιαγείρει το δικό μας σε κάθε περίπτωση, αλλά όσο αναγνωρίζουμε τη διεισδυτικότητα και την κυριαρχία των πανταχού παρόντων προβολικών ταυτίσεων, τόσο αυτό μας μεταφέρει σε άλλη διάσταση. Το τραύμα του θεραπευόμενου και του θεραπευτή αναπόφευκτα θα περιτυλιχτούν και θα αναμιχθούν ζητώντας μας καινούργιες απαιτήσεις να αγκαλιάσουμε τον “πληγωμένο θεραπευτή”. Μια κλινικά χρήσιμη περίληψη, σχετική επίσης για εποπτεία, μπορεί να διατυπωθεί ως η αρχή ότι -αργά ή γρήγορα- η σύγκρουση του θεραπευόμενου γίνεται η σύγκρουση του θεραπευτή.

 

Αντί ο θεραπευτής παθητικά να “δέχεται” τη μεταβίβαση, η σύγχρονη “σχεσιακή” οπτική βλέπει και τον θεραπευόμενο και τον θεραπευτή να συνεισφέρουν στα αδιέξοδα και στα τέλματα στα οποία έχουν κολλήσει και οι δύο. Με κάποιον βαθύ τρόπο, η διαδικασία χρειάζεται τον θεραπευτή να συμμετάσχει στο τραύμα και στον τραυματισμό. Αναπόφευκτα, ο θεραπευόμενος έχει μεγάλη αμφιθυμία σε σχέση με το τραύμα του, να το αρνηθεί ή να παραδοθεί σε αυτό, να το αγκαλιάσει ή να συνεχίσει να παλεύει εναντίον του και ο θεραπευτής χρειάζεται να ωθηθεί σε αυτές τις συγκρούσεις. Η συμμετοχή του θεραπευτή -συχνά ακούσια- στην επανάληψη του τραυματισμού μπορεί να συλληφθεί με τον όρο “εκπραξία” (enactment) ή -επειδή επαναλαμβάνει ένα επώδυνο μοτίβο, συχνά καθιερωμένο στην πρώιμη ανάπτυξη- “επαναδιαδραμάτιση” (re-enactment). Αυτή είναι μια κεντρική έννοια της εργασίας μου που αναπτύσσω από τα μέσα της δεκαετίας του 199014 προσπαθώντας να φέρω μια ψυχοσωματική κατανόηση στο πώς οι εκπραξίες συμβαίνουν αυθόρμητα, όχι μόνο ως αναπόφευκτες, αλλά ως απαραίτητες πτυχές της σχέσης ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο. Αυτό είναι τυπικά το σημείο που μια σχεσιακή οπτική μάς προχωράει πέρα από αυτό που ακόμα και ο πιο συμπονετικός υποστηρικτής της συμβουλευτικής δέχεται να ανεχτεί· μια επαναδιαδραμάτιση των τραυμάτων του θεραπευόμενου μέσα και μέσω της θεραπείας και του θεραπευτή μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από αντι-θεραπευτική;

 

Ακόμα και επαγγελματίες που δεν ξέρουν ή δεν χρησιμοποιούν αυτή την έννοια, ενστικτωδώς καταλαβαίνουν ότι η επαναδιαδραμάτιση είναι το αντίθετο της θεραπείας: είναι αυτό από το οποίο ο θεραπευόμενος προσπαθεί να ξεφύγει με το να έρθει στη θεραπεία. Ο επαγγελματίας συχνά ασυνείδητα και αυτόματα, καταφεύγει σε μια σειρά από μανούβρες για να αποφύγει αυτό που σωστά διαισθάνεται ως μια τρομακτική αίσθηση αποτυχίας και απώλειας της θεραπευτικής θέσης. Πώς λοιπόν μπορεί η επαναδιαδραμάτιση να είναι μια πιθανή “βασιλική οδός” προς την καρδιά της θεραπείας; 

 

Κατ’ εμέ, αυτό είναι το κεντρικό παράδοξο του επαγγέλματός μας: η επαναδιαδραμάτιση του τραύματος και η μεταμόρφωσή του είναι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Είναι στον λάκο της επαναδιαδραμάτισης όπου η βαθιά και μόνιμη μεταμόρφωση συμβαίνει -αυθόρμητα. Όταν παραδίνεσαι στην επαναδιαδραμάτιση (αυτό που αποκαλώ να “μπεις”), ο θεραπευτής έχει μια αίσθηση ότι χάνει τη θέση του και τα τελευταία ίχνη του δυϊσμού του “ιατρικού μοντέλου” -του θεραπευτή να παραμένει έξω από το τραύμα, υποτιθέμενα να την εγχειρεί- παροδικά αποδομούνται. Με τη γλώσσα της θεωρίας πολυπλοκότητας σε αυτό το χαοτικό άκρο, μακριά από την ισορροπία, μια νέα διαμόρφωση του συστήματος μπορεί να αναδυθεί15.

 

Και οι δύο πιθανότητες -τόσο η αποδοχή των καθιερωμένων δομών και η καταστροφή τους μέσα από τις αναδυόμενες διεργασίες, όσο και η σταθερότητα και η μεταμόρφωση- είναι σημαντικές πτυχές αυτού που κάνει τη θεραπεία θεραπευτική. Η σταθερότητα απαιτεί αξιοπιστία και συνέπεια στη θεραπευτική μας θέση. Η μεταμόρφωση απαιτεί ευελιξία και παράδοση στο τραύμα. Η θεραπευτική μας θέση είναι μόνο τόσο στέρεη όσο η ικανότητά μας να επιβιώσουμε χάνοντάς την. 

 

Το κρίσιμο ερώτημα είναι φυσικά: πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι η επαναδιαδραμάτιση του τραυματισμού ανάμεσα σε θεραπευόμενο και θεραπευτή θα γίνει μεταμορφωτική και θεραπευτική, αντί για ένα ακόμα επιπλέον καταστροφικό “καρφί στο φέρετρο”;

 

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, μια συνθετική-ολιστική οπτική γίνεται αναγκαία. Η επαναδιαδραμάτιση μάς προκαλεί να παραιτηθούμε της άκαμπτης και παγιωμένης θεραπευτικής θέσης μας μπροστά στην παγίδευση του θεραπευόμενου στην παγιωμένη χαρακτηρολογική του θέση. Το να “μπεις” στην επαναδιαδραμάτιση μπορεί να γίνει ασφαλές και ηθικό μόνο όταν είμαστε γειωμένοι και ριζωμένοι στην επίγνωση της εκπραξίας ως μίας ψυχοσωματικής διεργασίας. Η σχεσιακή ψυχανάλυση και η διυποκειμενικότητα αναγνωρίζουν την εκπραξία ως ένα κεντρικό θέμα οποιασδήποτε ψυχολογίας των δύο ανθρώπων, αλλά δεν την περιγράφουν ούτε εργάζονται μαζί της με ολιστικούς ψυχοσωματικούς όρους. Αλλά με τον ίδιο τρόπο που ο Reich παρείχε μια ολιστική διατύπωση της μεταβίβασης (η οποία προηγουμένως θεωρείτο ως νοητική διεργασία φαντασίας και νοητικής αναπαράστασης μόνο), μπορούμε τώρα να δοκιμάσουμε να διατυπώσουμε την αντιμεταβίβαση επίσης με ψυχοσωματικούς όρους. Κάνοντας αυτό το βήμα, υπερβαίνουμε και τους κληρονομημένους δυϊσμούς του 19ου αιώνα (το σχίσμα ασθενής-γιατρός και σώμα-μυαλό) και στρεφόμαστε προς μια θεραπευτική θέση η οποία κρατά και τις δύο πολικότητες σε ένα παράδοξο αγκάλιασμα -αυτό το οποίο έχω αποκαλέσει μια συνθετική-σχεσιακή οπτική.

 

6. Το τραύμα μεταφέρεται πέρα από το δωμάτιο

… και εισχωρεί στο “εδώ και τώρα” βίωμα του επόπτη (= παράλληλη διαδικασία)

Η συνθετική-σχεσιακή οπτική δεν είναι συνολικά άνετη. Περιλαμβάνει πλήρως τον θεραπευτή σε ένα συμμετοχικό, ολογραφικό σύμπαν, όπου δεν υπάρχει Αρχιμήδειο σταθερό σημείο, καμία αμετακίνητη και αμετάβλητη άγκυρα ή οδηγία από την οποία ένας θεραπευτής μπορεί να κρατιέται όταν είναι αντιμέτωπος με το τραύμα. Δεν υπάρχει πτυχή της θεραπευτικής θέσης, καμία θεωρία, φιλοσοφία ή τεχνική που μπορεί να εγγυηθεί ότι θα μείνει αμόλυντη από το τραύμα. Δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε εντελώς σίγουροι αν αυτό που στοχεύουμε ως βοηθητικό και θεραπευτικό δεν είναι στην πραγματικότητα μια επανάληψη του τραύματος και αντι-θεραπευτικό.

 

Σε αντίθεση με τις υποθέσεις του 19ου αιώνα οι οποίες περιορίζουν τακτοποιημένα όλο το τραύμα στον ασθενή και διατηρούν την ψευδαίσθηση ενός δυαδικού σχίσματος ανάμεσα σε ασθενή και γιατρό, το τραύμα αρνείται να διαχωριστεί και να περιοριστεί και δυνητικά διαχέεται στο πεδίο της “σχέσης βοήθειας”. Έχουμε ταξιδεύσει πάρα πολύ πέρα από τον δυϊσμό, στην έννοια του “πληγωμένου θεραπευτή” και πέρα, στην αναγνώριση ότι η τραυματική σχέση αναπαράγεται και επαναλαμβάνεται σε όλες τις επόμενες σχέσεις, αλλά ειδικά σε εκείνες που ξεκινούν να αντιμετωπίσουν το τραύμα ή προσφέρουν την υπόσχεση της θεραπείας. Αυτή η αναπαραγωγή της σχεσιακής δυναμικής από το ένα σύστημα στο άλλο έχει αναγνωριστεί στον χώρο μας και έχει αποκαλεστεί “παράλληλη διαδικασία”16. Το τραύμα, έχοντας εισχωρήσει στο δωμάτιο της θεραπείας και έχοντας εξαπλωθεί σε όλες τις διαστάσεις του, δεν περιορίζεται καν εκεί, αλλά μπορεί να “πηδήξει” από τη θεραπευτική σχέση στην εποπτική σχέση. Το τραύμα -αν δεν περιοριστεί- δεν γνωρίζει όρια, αλλά θα μεταφερθεί πέρα από το πλαίσιο οποιουδήποτε συστήματος που δεν την αντιμετωπίζει επιτυχώς17.

 

Η παράλληλη διαδικασία είναι σαν μια σειρά από ντόμινο με τον ανεξέλεγκτο πόνο να διαρρέει από το ένα σύστημα στο άλλο μέχρι να βρει ένα σπίτι αποδοχής και συμμετοχής -κάπου! Αυτό το σπίτι, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται να είναι ικανό να αγκαλιάσει την επαναδιαδραμάτιση της πληγής ενώ ακόμα προσπαθεί να τη θεραπεύσει18 και ιδανικά χρειάζεται να το κάνει με έναν συνθετικό (ολιστικό-συστημικό-ψυχοσωματικό) τρόπο.

 

Σημειώσεις

*   Σ.τ.μ.: Στα αγγλικά “wound” = “πληγή”· ωστόσο για την καλύτερη απόδοση στα ελληνικά έχει μεταφραστεί με τον όρο “τραύμα”, όπως και τα παράγωγά της.

  1. Και ο προπάτοράς μας Freud φαινομενικά συμφώνησε όταν δήλωσε: “Ουσιαστικά η θεραπεία επιτυγχάνεται με την αγάπη”.
  2. Όπως ο προπάτοράς μας Freud επίσης πίστευε.
  3. Χρησιμοποιώ τον όρο “τραύμα” με την πιο πλατιά του έννοια, ως μια αμερόληπτη έννοια ανεξάρτητη από συγκεκριμένες θεραπευτικές θεωρίες για να περιγράψω το “πρόβλημα” του θεραπευόμενου, χωρίς να υπονοώ κάποιο προτιμώμενο μοντέλο για τον τρόπο που το τραύμα εμφανίζεται και τι το προκαλεί· φυσικά “το τραύμα” δεν είναι ενικού αριθμού, αλλά ένα σύνθετο στρώμα τραυμάτων επί τραυμάτων που φθάνει μέχρι τις αναπτυξιακές κρίσεις και τις μεταβάσεις ολόκληρης της ιστορίας της ζωής μας. Η θεωρία του Reich για τη “διαμόρφωση του χαρακτήρα” (με την άρρητη “στροφή ενάντια στον εαυτό”) περιγράφει πώς σε κάθε αναπτυξιακό στάδιο οι διαπροσωπικές τραυματικές εμπειρίες εσωτερικεύονται ως ψυχοσωματικές δομές.
  4. Η ίδια η ιδέα ότι θα μπορούσε να είναι εφικτό να κρατηθεί το τραύμα “έξω”, συμμαζεμένο και  απομονωμένο στον ασθενή (δηλαδή το παθολογικό του μυαλό, το αρρωστημένο του σώμα και η συμπτωματική του ζωή), ενώ ο θεραπευτής να προσπαθεί να διατηρήσει μια σχεδόν ιατρική αντικειμενική ουδετερότητα, αμόλυντη από το τραύμα και την παθολογία του ασθενή, είναι στην καρδιά του πρωταρχικού δυϊσμού του 19ου αιώνα.
  5. Βλέπε Schore (1994): Συντονισμός = επικοινωνία από δεξί σε δεξί εγκέφαλο· ή Corrigall & Wilkinson (2003).
  6. Αυτή είναι μια κατά προσέγγιση και υπεραπλουστευμένη διάκριση.
  7. Βλέπε Reich (1972) ή Totton (2003)· το έργο του Reich συνδέεται με την ιδέα του “οργανισμικού εαυτού” έτσι όπως χρησιμοποείται στην προσωποκεντρική προσέγγιση.
  8. Βλέπε Rothschild (2005) ή Gallese (2003).
  9. Βλέπε Goodbread (1997).
  10. Όχι με έναν “καθαρό” τρόπο, αλλά φιλτραρισμένο μέσα από τους φακούς της δικής μας υποκειμενικότητας, αλλά παρόλα αυτά εντυπωσιακά ακριβής.
  11. Βλέπε Samuels (1993).
  12. Βλέπε Soth (2005b).
  13. Συμπεριλαμβανομένου του τρόπου που σκέφτεται και εργάζεται ο θεραπευτής, δηλαδή και τις προσωπικές και τις επαγγελματικές πτυχές της παρουσίας του.
  14. Βλέπε Soth (2005b).
  15. “Το σύστημα” σε αυτό το πλαίσιο αναφέρεται και στο διαπροσωπικό σύστημα της θεραπευτικής σχέσης και στο ενδοψυχικό σύστημα του θεραπευόμενου (ως παράλληλες διαδικασίες, βλέπε παρακάτω).
  16. Βλέπε Hawkins / Shohet (2000) ή Searles (1999).
  17. Παρόλο που συνήθως η έννοια της “παράλληλης διαδικασίας” εφαρμόζεται μόνο στους παραλληλισμούς ανάμεσα στη θεραπεία και στην εποπτεία, μπορεί να επεκταθεί με χρήσιμο τρόπο έτσι όπως έχω προτείνει αλλού (Soth 2005b). Μπορεί τότε να δει κανείς την παράλληλη διαδικασία να λειτουργεί κατά τη διάρκεια όλων των βημάτων που έχω ακολουθήσει σε αυτό το άρθρο. Από την αρχική τραυματική σχέση, την εσωτερίκευσή της από το ψυχοσώμα του θεραπευόμενου μέχρι την επανεξωτερίκευσή της μέσω της μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης.
  18. Το γεγονός ότι δεν έχω αναφέρει μέχρι στιγμής το τραύμα του θεραπευτή δεν σημαίνει ότι το αγνοώ. Φυσικά το τραύμα του θεραπευτή επίσης εισχωρεί στο δωμάτιο (βλέπε Clarkson 1995) σαν: α) σύνηθης αντιμεταβίβαση (η κατασκευή του θεραπευτικού χώρου από τον θεραπευτή και ο ρόλος του μέσα σε αυτόν, ανεξάρτητα από συγκεκριμένους θεραπευόμενους) και β) η μεταβίβαση του θεραπευτή προς έναν συγκεκριμένο θεραπευόμενο και η ιδιαίτερη ιστορία/τραύμα. Κατ’ εμέ, η έννοια του “πληγωμένου θεραπευτή” περιλαμβάνει και τα τραύματα του θεραπευτή και την επιρρέπειά του στα τραύματα του θεραπευόμενου (και το αλληλένδετο ανακάτεμα των δύο) ως αναπόδραστα και απαραίτητα συστατικά της θεραπευτικής διαδικασίας.

Βιβλιογραφία

Clarkson, P. (1995) The Therapeutic Relationship. London: Whurr.

Corrigall, J & Wilkinson, H. (2003) Revolutionary Connections: Psychotherapy and Neuroscience. Karnac Books

Damasio, A.R. (1994) Descartes’ Error. New York: Putnam

Gallese, V. (2003) The Roots of Empathy: The Shared Manifold Hypothesis and the Neural Basis of Intersubjectivity.

Gerhardt, S. (2004) Why Love Matters: How Affection Shapes a Baby’s Brain. Brunner-Routledge

Gomez, L. (1997) Introduction to Object Relations. London: Free Association

Goodbread, J. (1997) The Dreambody Toolkit. Lao Tse Press

Greenberg, J. & Mitchell, S. (1983) Object Relations in Psychoanalytic Theory. Cambridge, Mass.: Harvard University Press.

Hawkins, P. and Shohet, R. (2000) Supervision in the Helping Professions. Maidenhead: Open University Press.

Heiman, P. (1950) On countertransference, International Journal of Psychoanalysis, 31: 60-76.

Jacobs M. (1986) The Presenting Past. Milton Keynes: Open University

Johnson, S. (1994) Character Styles. New York: W.W. Norton.

Masterson, J. (1985) The Real Self: A Developmental, Self and Object Relations Approach. New York: Brunner/Mazel

Maturana, H. & Varela , F. (1980) Autopoiesis and Cognition. Dordrecht, Holland: D. Reidel

Mindell A. (1982) Dreambody: The Body’s Role in Revealing the Self. Arkana

Mitchell, S. & Aron, L. (1999) Relational Psychoanalysis: the emergence of a tradition. Hillsdale NJ: Analytic Press.

Reich, W. (1972 [1945]) Character Analysis. New York: Touchstone.

Samuels, A. (1993) The Political Psyche. London: Routledge.

Schore, A. (1994) Affect Regulation and the Origin of the Self. Hillsdale NJ: Lawrence Erlbaum.

Searles, H.F. (1999) Countertransference and Related Subjects: Selected Papers. Guildford, CT: International Universities Press

Soth, M. (1999) Relating to and with the Objectified Body, Self & Society, 27(1), p. 32 – 38

Soth, M. (2000) The integrated body/mind’s view on ‘Body/Mind Integration, AChP Newsletter 2000

Soth, M. (2003) Psychotherapy: paradoxes, pitfalls & potential, Self & Society, 30(6), Feb/Mar 2003, p. 34 – 44

Soth, M. (2005a) Counselling: the ‘Relating Cure’, Healthcare Counselling & Psychotherapy Journal, October 2005,

Vol 5 No 4

Soth, M. (2005b) Embodied Countertransference. in: Totton, N. (2005) New Dimensions in Body Psychotherapy.

Maidenhead: OUP

Soth, M. (2005c) Body Psychotherapy today – an integral-relational approach, Therapy Today, November 2005, Vol 16 No 9

Soth, M. (2006) What therapeutic hope for a subjective mind in an objectified body? – in: Corrigall, J., Payne, H.,

Wilkinson, H. (2006) About A Body. London: Routledge

Totton, N. (2003) Body Psychotherapy: An Introduction. Maidenhead: Open University Press.

Wilber, K. (2000) Integral Psychology. Boston: Shambala

Winnicott, D. (1971) Playing and Reality. New York: Basic Books

 

Πηγή: 

Soth, M. (2006) How ‘the wound’ enters the room and the relationship. Therapy Today, December 2006

Μπορείτε να δείτε εδώ το επόμενο σεμινάριο του Michael Soth στις 21-22 Ιανουαρίου 2023:

Ενοποιώντας τις Διαφορετικές Προσεγγίσεις της Ψυχοθεραπείας

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *