Γιατί ο διάλογος στην άδεια καρέκλα συχνά “κολλάει”;
Οι δυνατότητες, οι περιορισμοί και οι παγίδες μιας από τις πιο γνωστές τεχνικές της θεραπείας Gestalt.
Michael Soth (2019)
Η τεχνική και η θεραπευτική σχέση
Η τεχνική της άδειας καρέκλας είναι ένα θεραπευτικό εργαλείο. Και όπως συμβαίνει με κάθε εργαλείο, η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από το ποιος το χρησιμοποιεί, πόσο καλά το γνωρίζει και, κυρίως, από το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται.
Καμία θεραπευτική τεχνική δεν είναι από μόνη της καλή ή κακή, θεραπευτική ή αντιθεραπευτική. Η αξία της εξαρτάται από τη σχέση ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο και από τις σημασίες που αποκτά μέσα σε αυτήν, τόσο συνειδητά όσο και ασυνείδητα.
Κάθε θεραπευτική τεχνική, θεωρία ή στρατηγική μπορεί να γίνει όχημα μιας αντιθεραπευτικής διαδραμάτισης (enactment). Μάλιστα, όσο μεγαλύτερη είναι η επίδραση που μπορεί να έχει μια τεχνική, τόσο ισχυρότερες μπορεί να είναι και οι διαδραματίσεις που δημιουργούνται γύρω από τη χρήση της.
Η θεραπευτική της αξία, επομένως, δεν βρίσκεται στην ευφυΐα της μεθόδου ή στη σωστή εφαρμογή ενός πρωτοκόλλου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στη θεραπευτική σχέση.
Από τη συζήτηση στη βιωματική εμπειρία
Η τεχνική της άδειας καρέκλας έχει μια ιδιαίτερη δυνατότητα: μας επιτρέπει να προχωρήσουμε πέρα από τη συζήτηση για μια σχέση και να τη διερευνήσουμε μέσα από την άμεση εμπειρία της.
Στην ψυχοθεραπεία αφιερώνουμε πολύ χρόνο μιλώντας για σχέσεις — με σημαντικούς άλλους, αλλά και ανάμεσα σε διαφορετικές πλευρές του εαυτού μας.
Η άδεια καρέκλα μάς επιτρέπει να δώσουμε σε αυτές τις σχέσεις μια συγκεκριμένη, χωρική μορφή. Αντί ο θεραπευόμενος να περιγράφει απλώς μια σύγκρουση, μπορεί να βιώσει άμεσα τη δυναμική της, μέσα από τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις σωματικές αντιδράσεις που αναδύονται.
Η τεχνική βρίσκεται έτσι στο όριο ανάμεσα στο να μιλάμε και να αναστοχαζόμαστε για τις σχέσεις μας, από τη μία πλευρά, και στο να βιώνουμε άμεσα τη σωματική και συναισθηματική εμπειρία τους, από την άλλη.
Όταν χρησιμοποιείται με ευαισθησία, μπορεί να προσφέρει στον θεραπευόμενο τη δυνατότητα να κινηθεί λίγο πέρα από τα όρια της οικείας του εμπειρίας, προς κάτι περισσότερο άμεσο, αυθόρμητο και απρόβλεπτο.
Γιατί ο διάλογος “κολλάει”;
Ωστόσο, στην πράξη τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
Έχουμε αναγνωρίσει μια σημαντική εσωτερική σύγκρουση. Προτείνουμε την εργασία με την άδεια καρέκλα. Ο θεραπευόμενος αρχίζει να μιλά και να μετακινείται ανάμεσα στις δύο θέσεις.
Και ξαφνικά κάτι αλλάζει.
Η συναισθηματική φόρτιση υποχωρεί. Ο διάλογος γίνεται τεχνητός, επίπεδος ή επαναληπτικός. Η ζωντάνια που αρχικά διαισθανόμασταν μοιάζει να εξαφανίζεται.
Μερικές τέτοιες εμπειρίες αρκούν για να αποθαρρύνουν έναν θεραπευτή από το να χρησιμοποιήσει ξανά την τεχνική.
Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι αυτές οι δυσκολίες δεν αποτελούν απαραίτητα αποτέλεσμα λανθασμένου χειρισμού. Συχνά είναι εγγενείς στην ίδια την κατάσταση που μας οδήγησε να προτείνουμε την άδεια καρέκλα.
Σκεφτείτε το εξής: προτείνουμε την τεχνική ακριβώς επειδή αναγνωρίζουμε δύο πλευρές που δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
Μπορεί να βρίσκονται σε σύγκρουση, να έχουν αποσυνδεθεί ή να αναπαράγουν έναν γνώριμο, επαναλαμβανόμενο τρόπο αλληλεπίδρασης. Κάποια σημαντικά πράγματα παραμένουν ανείπωτα, μη αναγνωρισμένα ή μη αποδεκτά.
Διαισθανόμαστε ότι υπάρχει κάτι ουσιαστικό που χρειάζεται να εκφραστεί και ότι ένας πιο άμεσος διάλογος θα μπορούσε να ανοίξει νέες δυνατότητες.
Γιατί, όμως, περιμένουμε ότι αυτή η επικοινωνία θα γίνει ξαφνικά αυθόρμητη και ζωντανή, μόνο και μόνο επειδή τοποθετήσαμε δύο καρέκλες;
Η δυσκολία επικοινωνίας που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της άσκησης μπορεί να είναι ακριβώς η δυσκολία που υπάρχει ήδη ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Το αδιέξοδο δεν είναι απαραίτητα αποτυχία της τεχνικής. Μπορεί να αποτελεί έκφραση της ίδιας της δυναμικής που προσπαθούμε να διερευνήσουμε.
Αν το κατανοήσουμε αυτό, μπορούμε να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το κόλλημα ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουμε και να αρχίσουμε να ενδιαφερόμαστε για το πώς δημιουργείται και τι μπορεί να μας αποκαλύψει.
Η παγίδα του “μεταμορφωτικού” αποτελέσματος
Η τεχνική της άδειας καρέκλας συνδέθηκε ιστορικά με τις εντυπωσιακές επιδείξεις του Fritz Perls στο Esalen.
Αυτή η παράδοση συνέβαλε στη δημιουργία της προσδοκίας ότι η τεχνική πρέπει να οδηγεί σε μια δραματική αποκάλυψη, μια έντονη συναισθηματική εκφόρτιση ή μια βαθιά μεταμόρφωση.
Όμως η προσδοκία αυτή μπορεί να γίνει παγίδα.
Ο θεραπευτής μπορεί να αισθανθεί ότι οφείλει να οδηγήσει τον θεραπευόμενο σε ένα σημαντικό αποτέλεσμα. Ο θεραπευόμενος, από την πλευρά του, μπορεί να νιώσει ότι πρέπει να ανταποκριθεί, να εκφράσει έντονα συναισθήματα ή να “κάνει σωστά” την άσκηση.
Έτσι, αυτό που ξεκίνησε ως διερεύνηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε προσπάθεια επίτευξης ενός προκαθορισμένου αποτελέσματος.
Αντί να παραμένουμε ανοιχτοί σε ό,τι συμβαίνει, αρχίζουμε να προσπαθούμε να κάνουμε κάτι να συμβεί.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παράδοξη θεωρία της αλλαγής στη Gestalt: η αλλαγή γίνεται δυνατή όταν αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε αυτό που υπάρχει, αντί να προσπαθούμε να το εξαναγκάσουμε να γίνει κάτι διαφορετικό.
Αντί, λοιπόν, να προσπαθούμε να επαναφέρουμε τη ζωντάνια του διαλόγου, μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας στο πώς ακριβώς χάνεται.
Αυτή η μετατόπιση μπορεί να μας οδηγήσει βαθύτερα στη δυναμική της σύγκρουσης.
Η τεχνική δεν κατασκευάζει μια νέα σχέση
Μια δεύτερη σημαντική αρχή είναι ότι η εργασία με τις καρέκλες δεν χρειάζεται να δημιουργήσει μια καινούργια εσωτερική δυναμική.
Η δυναμική υπάρχει ήδη.
Οι διαφορετικές πλευρές του θεραπευόμενου βρίσκονται ήδη σε κάποια μορφή σχέσης μεταξύ τους, ακόμη κι όταν αυτή χαρακτηρίζεται από σύγκρουση, αποφυγή ή περιορισμένη επικοινωνία.
Η τεχνική δίνει μια εξωτερική, χωρική μορφή σε αυτή την προϋπάρχουσα εσωτερική σχέση.
Δεν ζητάμε από τον θεραπευόμενο να κατασκευάσει μια σύγκρουση ή να υποδυθεί έναν ρόλο. Τον προσκαλούμε να εκφράσει και να διερευνήσει μια δυναμική που ήδη συμβαίνει μέσα του.
Αυτή η κατανόηση μας επιτρέπει να εισάγουμε την τεχνική με μεγαλύτερη φυσικότητα και λιγότερη πίεση, μειώνοντας την αμηχανία και την αίσθηση ότι ο θεραπευόμενος καλείται να εκτελέσει μια άσκηση.
Όταν ο διάλογος εξελίσσεται αυθόρμητα, ο θεραπευτής μπορεί να περιοριστεί σε ελάχιστες παρεμβάσεις, όπως ένας σκηνοθέτης που προσφέρει διακριτικές υποδείξεις στους ηθοποιούς, χωρίς να διακόπτει τη ζωντανή εξέλιξη της σκηνής.
Η σωστή στιγμή, η διατύπωση και ο τρόπος της παρέμβασης μπορούν να κάνουν σημαντική διαφορά.
Όταν όμως ο διάλογος κολλάει, η στάση του θεραπευτή χρειάζεται να προσαρμοστεί σε αυτό που συμβαίνει.
Η τρίτη καρέκλα: Από τη συμμετοχή στην παρατήρηση
Μια ιδιαίτερα χρήσιμη δυνατότητα είναι η εισαγωγή μιας τρίτης καρέκλας.
Αντί ο θεραπευτής να αναλάβει να ερμηνεύσει ή να επιλύσει τη σύγκρουση, μπορεί να προσκαλέσει τον θεραπευόμενο να πάρει μια τρίτη θέση: τη θέση του παρατηρητή.
Από εκεί μπορεί να παρατηρήσει τη σχέση ανάμεσα στις δύο πλευρές, χωρίς να παραμένει ταυτισμένος με κάποια από αυτές.
Τι παρατηρεί; Πώς επικοινωνούν οι δύο πλευρές; Τι επαναλαμβάνεται; Τι παραμένει ανείπωτο; Πώς συντηρεί η καθεμία τη συμπεριφορά της άλλης;
Ο θεραπευόμενος αποκτά έτσι τη δυνατότητα να παρατηρήσει τη δυναμική στην οποία προηγουμένως συμμετείχε, χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει ή να επιλύσει αμέσως τη σύγκρουση.
Αυτή η μετατόπιση ενεργοποιεί τη δική του ικανότητα για παρατήρηση και αναστοχασμό, αντί να εξαρτάται αποκλειστικά από τις παρατηρήσεις του θεραπευτή.
Παράλληλα, απαλλάσσει τον θεραπευτή από την πίεση να οδηγήσει τις δύο πλευρές σε κάποια θεαματική συμφιλίωση.
Δεν είναι ευθύνη του θεραπευτή να επιτύχει την επίλυση της σύγκρουσης. Είναι ευθύνη του να διευκολύνει τη διερεύνησή της.
Πέρα από τις δύο πολικότητες
Συχνά, οι δύο πλευρές που αναγνωρίζουμε αρχικά αποτελούν μια υπεραπλουστευμένη εκδοχή μιας πολύ πιο σύνθετης εσωτερικής πραγματικότητας.
Μια φαινομενικά απλή σύγκρουση ανάμεσα σε έναν επικριτικό και έναν υποτακτικό εαυτό μπορεί να αποκαλύψει περισσότερες εσωτερικές θέσεις και σχέσεις.
Μπορεί να εμφανιστούν ενδοβολές, εσωτερικευμένα αντικείμενα, διαφορετικές καταστάσεις του Εγώ ή άλλες πλευρές του εαυτού, ανάλογα με τη θεωρητική γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να τις κατανοήσουμε.
Στην πράξη, μια εργασία που ξεκινά με δύο καρέκλες μπορεί να καταλήξει να χρειάζεται τέσσερις, πέντε ή ακόμη και έξι.
Αυτό που αρχικά έμοιαζε με μια απλή δυαδική σύγκρουση μπορεί να αποκαλύψει ένα πολύ πιο σύνθετο δίκτυο εσωτερικών σχέσεων.
Η αρχική διατύπωση της σύγκρουσης ενδέχεται να ήταν μόνο μια πρώτη προσέγγιση. Καθώς διερευνούμε τη δυναμική της, μπορούν να αναδυθούν βαθύτερες συγκρούσεις και σχέσεις, οι οποίες δεν ήταν εξαρχής εμφανείς.
Μερικές φορές, μάλιστα, η συναισθηματική φόρτιση που χάνεται από τον διάλογο ανάμεσα στις καρέκλες εμφανίζεται στη σχέση με τον θεραπευτή, μέσα από τη μεταβίβαση ή μια διαδραμάτιση.
Αντί να αντιμετωπίσουμε αυτή τη μετατόπιση ως παρέκκλιση από την άσκηση, μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε για να κατανοήσουμε τη βαθύτερη σχεσιακή δυναμική.
Αυτό που αρχικά μοιάζει με μια απλή σύγκρουση ανάμεσα σε δύο μονοδιάστατους χαρακτήρες μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο περίπλοκο — σαν να ξεκινάμε με μια ταινία της Disney και να ανακαλύπτουμε ότι τελικά βρισκόμαστε σε μια γαλλική ταινία.
Από αυτή την οπτική, η εργασία με την άδεια καρέκλα μπορεί να μας οδηγήσει πέρα από την αρχική δυαδική αντίθεση, προς μια πιο σύνθετη κατανόηση των εσωτερικών και εξωτερικών σχέσεων.
Οι έννοιες των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, των διαδραματίσεων, της παράλληλης διεργασίας και της συστημικής αλληλεξάρτησης μπορούν να εμπλουτίσουν σημαντικά αυτή τη διερεύνηση.
Και συχνά είναι ακριβώς η αναγνώριση αυτής της πολυπλοκότητας που ανοίγει νέες δυνατότητες εκεί όπου η αρχική σύγκρουση έμοιαζε αδιέξοδη.
Όταν το αδιέξοδο γίνεται μέρος της διερεύνησης
Η δημιουργική χρήση της άδειας καρέκλας δεν εξαρτάται από την ικανότητά μας να προκαλούμε έντονες συναισθηματικές εμπειρίες ή εντυπωσιακές λύσεις.
Εξαρτάται από την ικανότητά μας να παραμένουμε παρόντες, προσεκτικοί και ανοιχτοί σε ό,τι αναδύεται.
Αυτό περιλαμβάνει και τις στιγμές αμηχανίας, επανάληψης, αποφυγής ή αδιεξόδου.
Όταν κατανοούμε τις εγγενείς δυσκολίες της τεχνικής, μπορούμε να τις προβλέπουμε, να τις αναγνωρίζουμε και να τις διερευνούμε, αντί να προσπαθούμε απλώς να τις ξεπεράσουμε.
Το ζητούμενο δεν είναι να κάνουμε τον διάλογο να “λειτουργήσει” πάση θυσία, αλλά να κατανοήσουμε τι συμβαίνει ανάμεσα στις διαφορετικές πλευρές, ακόμη και όταν η επικοινωνία μοιάζει αδύνατη.
Η στιγμή που ο διάλογος “κολλάει” μπορεί να γίνει η αφετηρία μιας βαθύτερης διερεύνησης, αντί για το τέλος της.
Σχετικό σεμινάριο
Η τεχνική της άδειας καρέκλας: Τι κάνουμε όταν ο διάλογος “κολλάει”;
Διήμερο βιωματικό σεμινάριο με τον Michael Soth
12–13 Δεκεμβρίου 2026 | Διαδικτυακά
Θεωρητική διερεύνηση, θεραπευτικές και εποπτικές επιδείξεις και πρακτική εξάσκηση στις λεπτομέρειες της θεραπευτικής παρέμβασης.
Περισσότερες πληροφορίες και εγγραφές:
https://gestaltsynthesis.gr/σεμινάρια/adeia-karekla/
