Αγέννητοι ή νεκροί· ελάχιστοι οι ζωντανοί – Barrie Simmons

Είμαι κουρασμένος απόψε και έχω την εντύπωση ότι έχω ξεχάσει ότι το να λες “κούραση” είναι σχεδόν πάντα ένας τρόπος να λες “θλίψη”. Πολύ συχνά αποδίδουμε αισθήσεις και σωματικά συμπτώματα σε εξωτερικούς παράγοντες και γενικότερα είμαστε πολύ περισσότερο προδιατεθειμένοι να αντιλαμβανόμαστε τις σωματικές καταστάσεις από τις ψυχικές. Συχνά λέω και ακούω να λένε “κούραση”· εγώ το μεταφράζω “θλίψη”. Είμαι σίγουρος ότι το σώμα είναι θλιμμένο όταν είναι κακοποιημένο, περιορισμένο, υποχρεωμένο ή σκλαβωμένο σε ένα νοητικό έργο. 

 

Είναι εύκολο να ξεφύγεις από τη θλίψη· παθαίνεις κατάθλιψη ή θυμώνεις. Στην πρώτη περίπτωση, ζεις σε μια κατάσταση αναισθησίας, δεν ανοίγεσαι, δεν κάνεις ανταλλαγές, δεν επικοινωνείς. Στη δεύτερη περίπτωση, αντί να αναγνωρίσεις τη θλίψη σου, αποδίδεις την ευθύνη ή ρίχνεις το φταίξιμο στους άλλους. Έτσι είσαι ή ένα θύμα ή ένας επαναστάτης. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχεις δύναμη, γιατί αν είχες δύναμη θα σήμαινε ότι θα αναλάμβανες την ευθύνη της κατάστασής σου. 

 

Απόψε κατάφερα να μην αναρωτιέμαι τι θέλω να μάθω εδώ. Αναρωτήθηκα τι θέλετε εσείς: να καταλάβετε, να μάθετε, να κάνετε ερωτήσεις. Αλλά δεν ξέρω εγώ τι θέλω να καταλάβω, ποιες είναι οι δικές μου ερωτήσεις. Συνειδητοποιώ ότι έχω φθάσει εδώ έτοιμος να δώσω, δηλαδή έτοιμος να βιώσω εσάς σαν ανάγκη και εμένα τον ίδιο ως τον υπεύθυνο να την ικανοποιήσω, αντί να έρθω σε επαφή με τη δική μου ανάγκη. Επίσης, αυτές οι δύο ώρες ανήκουν στη ζωή μου, στον χρόνο που έχω στη διάθεσή μου σε αυτό τον πλανήτη, ο οποίος αναπόδραστα λιγοστεύει. Στην πραγματικότητα, ακόμα και η ψυχοθεραπεία ξεκινά με τη δική μου ανάγκη, με τον δικό μου χρόνο, ακόμα κι αν δεν μπορώ να το παραδεχτώ. Οποιαδήποτε άλλη θέση εξυπηρετεί μόνο στο να προκαλεί σύγχυση, να αρνείται την πραγματικότητα ή να είναι καθαρή υποκρισία. 

 

Ο συμπατριώτης μου, ο Ralph Waldo Emerson, ο οποίος είχε καταλάβει σχεδόν τα πάντα, ήδη πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, είπε: “Αυτό που κάνεις όλη μέρα είναι αυτό που είσαι”. Θα ήταν πολύ ωραία να σκέφτεσαι ότι αυτό που κάνεις είναι κάτι το συγκυριακό, το καθαρά τυχαίο, ενώ στην πραγματικότητα εσύ είσαι άλλος, αλλού. Αλλά δεν είναι αλήθεια. 

 

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν για την κατάσταση της ψυχοθεραπείας. Βλέπω ότι το μεγαλύτερο μέρος των ψυχοθεραπευτών δεν εργάζονται σωστά. Πιστεύω ότι το να δραπετεύεις από τη ζωή βρίσκοντας καταφύγιο στη συνεδρία είναι μια παγκόσμια τάση. Αναπόφευκτα το να βοηθήσεις το πληγωμένο παιδί που συμβολικά εκπροσωπείται “εκεί” είναι πολύ πιο εύκολο απ’ το να βοηθήσεις το παιδί που είναι πράγματι παρόν “εδώ” (παρόλο που δεν ισχύει ότι το ένα πρέπει οπωσδήποτε να αποκλείει το άλλο). Φυσικά υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που μας ωθούν να κάνουμε αυτό το επάγγελμα. Υπάρχουν θαυμάσια ερεθίσματα: η δυνατότητα για μάθηση, η δυνατότητα να ικανοποιούμε την περιέργεια που έχουμε για τα ανθρώπινα όντα και συνεπώς και για εμάς τους ίδιους, η δυνατότητα να συμμετέχουμε σε μια γοητευτική και θαρραλέα μάχη γιατί κάθε φορά που ξεπερνιέται ο φόβος, η αναστολή και ο αυτοτραυματισμός, παίρνουμε κουράγιο συνειδητοποιώντας ότι μπορούμε και εμείς να τα ξεπεράσουμε. Υπάρχει η ευχαρίστηση να κάνουμε αυτό που έχουμε μάθει ότι είναι δύσκολο να κάνουμε, η ευχαρίστηση που βρίσκει ο κάθε καλλιτέχνης που εξασκεί την τέχνη του. Υπάρχει ένα νοητικό ερέθισμα που ωθεί ακόμα και εκείνον που δεν αγαπά να θεωρητικολογεί κατασκευάζοντας υποθέσεις, να δημιουργεί καινούργιες αντιλήψεις. Σίγουρα η θεραπευτική κατάσταση επιτρέπει να έρχεσαι σε επαφή με τον άλλον και με τον ίδιο σου τον εαυτό εντός της πραγματικότητας μιας σχέσης.

 

Ο ψυχοθεραπευτής είναι εξουσιοδοτημένος για αυθεντική επαφή. Επειδή κάνει επισήμως το καλό, είναι εξουσιοδοτημένος να σχετίζεται με τα πάθη, τις ενορμήσεις, τα συναισθήματα, τις ενέργειες, τα ρεύματα της ζωής που αλλιώς είναι απαγορευμένα και επειδή εργάζεται, βγάζει τα προς το ζην.

 

Η κατάσταση προσφέρει στον ψυχοθεραπευτή άπειρες εμπειρίες. Μπορεί δηλαδή να αισθάνεται άσχημα το πρωί ή να έχει κατάθλιψη, αλλά μόλις φθάνει στο γραφείο και ανακαλύπτει ότι τουλάχιστον ένας από τους πρώτους θεραπευόμενους είναι χειρότερα από εκείνον, αισθάνεται καλύτερα. 

 

Ωστόσο η ψυχοθεραπεία δεν είναι όλη η ζωή, γιατί είναι επίσης μια ψευδαίσθηση, μια φαινομενική κατάσταση. Παρόλα αυτά είναι αρκετά παρόμοια με τη ζωή. Κοιτάζουμε, για παράδειγμα, την κατάσταση του θεραπευόμενου. Ο θεραπευόμενος έρχεται για να αλλάξει με την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα περιλαμβάνει κανέναν πόνο, καμία αγωνία, κανένα αντίτιμο που θα μπορούσε να κριθεί ως υπερβολικό. Ο θεραπευόμενος έρχεται επίσης για να παραμείνει ακριβώς έτσι όπως είναι, πιθανώς χωρίς να υποφέρει όπως τώρα. Δηλαδή έρχεται με τη μεγαλύτερη ασάφεια και αμφιθυμία περιμένοντας να του κάνουν με κάποιον τρόπο ένα θαύμα. Σχεδόν σίγουρα, ο θεραπευόμενος πάει στον λανθασμένο θεραπευτή, σχεδόν πάντα έλκεται από μια προσέγγιση η οποία του προσφέρει εκείνο που έχει ήδη συνηθίσει. 

 

Ο θεραπευόμενος ο οποίος είναι όλο κεφάλι, υπερβολικά διανοητικός και αποκομμένος από το σώμα ψάχνει μια λογική προσέγγιση, διανοητική, αποκομμένη. Ο “σωματικός” θεραπευόμενος, από αυτόν που κάνει ελληνορωμαϊκή πάλη μέχρι τον ανορεξικό, ψάχνει πολύ συχνά μια σωματική προσέγγιση: Βιοενεργητική, Postural Integration ή άλλες παρόμοιες. Δηλαδή κάτι που δεν θα τον φέρει αντιμέτωπο με τις δυσκολίες των σχέσεων και τα ενδοψυχικά προβλήματα. Ο θεραπευόμενος ο οποίος απευθύνεται στην Gestalt, με τη σειρά του, ίσως θέλει να ξεφύγει και από τις δύο πτυχές, αφού η Gestalt πλασάρεται (δικαιολογημένα) ότι συνθέτει και τις δύο διαστάσεις.

 

Φυσικά στην αληθινή ψυχοθεραπεία, η ασάφεια ή η αμφιθυμία του θεραπευόμενου και το γεγονός ότι έρχεται ψάχνοντας αυτό από το οποίο ήδη υποφέρει, στην πραγματικότητα δεν τελειώνει με το να το νικήσει.

 

Η αληθινή ψυχοθεραπεία ξέρει να ξεγελάει τον θεραπευόμενο, με την έννοια ότι ξέρει πώς να φαίνεται καθησυχαστική, ενώ κατευθύνει τον θεραπευόμενο προς τη διάσταση από την οποία εκείνος δραπετεύει. Υποψιάζομαι ότι η αυθεντικότητα, η αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας δεν είναι θέμα προσέγγισης. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι ένας χώρος όπου οι προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν συμπτώματα, αλλά στον οποίο άνθρωποι σχετίζονται ο ένας με τον άλλο.

 

Ο θεραπευτής έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τον θεραπευόμενο, κατά μια έννοια πολύ τεχνητή, γιατί επικεντρώνεται σε στόχους, είναι μια σχέση εργασίας παρά άμεσης ικανοποίησης. Το μεγαλύτερο μέρος των σχέσεών μας ψάχνει μόνο να δώσει και να πάρει επιφανειακή ικανοποίηση· αν μη τι άλλο, μπορώ να επιτύχω την ικανοποίηση του να σε ικανοποιήσω.

 

Αντιθέτως η ψυχοθεραπευτική κατάσταση είναι λίγο διαφορετική: δεν απαγορεύεται, ούτε αποκλείεται η ικανοποίηση, αλλά επίσης είναι κατά μεγάλο μέρος παρούσα η ματαίωση. Η ματαίωση που προκύπτει από την αντίσταση, η ματαίωση που προκύπτει από το γεγονός ότι εργαζόμαστε και δεν παίζουμε. Εγώ είμαι εδώ για να σε ικανοποιήσω, εσύ δεν είσαι εκεί για να με ικανοποιήσεις. Είμαστε σε μια θεραπευτική σχέση και θέλουμε να επιτύχουμε τους στόχους που έχουμε θέσει. Το να επιτύχουμε το αποτέλεσμα απαιτεί κάποιες φορές να σε ματαιώνω, το οποίο αναπόφευκτα συνεπάγεται ότι και εσύ κάποιες φορές με ματαιώνεις· δεν είσαι όπως εγώ σε περίμενα και εγώ δεν είμαι όπως εσύ με περίμενες. Και μια ωραία μέρα, εξαιτίας αυτής της διαδικασίας, θα συμβεί, ας ελπίσουμε, και συχνά συμβαίνει να αποκτήσουμε αυτοεκτίμηση: “Ιδού,  εγώ είμαι ένας άνθρωπος που έχει επιτύχει τους στόχους που είχε θέσει”. Σε αυτό το σημείο εσύ είσαι η ευκαιρία, η αφορμή, αλλά και απαραίτητος συνεργάτης στον δρόμο μου, έτσι όπως εγώ είμαι είμαι ευκαιρία, η αφορμή και απαραίτητος συνεργάτης στον δικό σου δρόμο προς τον ίδιο σκοπό: να φθάσεις εκεί που θέλεις. Αυτή η άφιξη είναι πηγή αυτοεκτίμησης και σημαντικής ευγνωμοσύνης, αλλά επίσης ματαίωσης για τον ψυχοθεραπευτή: πάνω που αυτός βρίσκεται ενώπιος όχι πια μόνο σε ένα πληγωμένο Παιδί, αλλά σε ένα άτομο ικανό να αναλάβει να είναι Ενήλικος, τότε έχει έρθει η ώρα να το αποχαιρετίσει. Ο θεραπευτής γεννά συνέχεια παιδιά που φεύγουν.

 

Είναι πολλές οι μεταφορές στις οποίες θα μπορούσα να αναφερθώ. Η εμπειρία μου με κάνει να επιμένω σε μια βεβαιότητα που δεν είναι πρωτότυπη: η ψυχοθεραπεία είναι ένα είδος αναβίωσης της γέννησης. Ο τρόπος της γέννησης ίσως να χαρακτηρίζει όλη μας τη ζωή. Κάθε φορά που βρίσκομαι σε ένα προστατευτικό περιβάλλον, σε μια κατάσταση πλήρης περίεξης, πλησιάζει η στιγμή της εξόδου, της διαφοροποίησης, του ρίσκου, της αβεβαιότητας του αγνώστου, προκειμένου να μην παραμείνω ακίνητος μέσα σε αυτήν τη μήτρα και να πεθάνω. Αυτή η συνεχής γέννηση και αναγέννηση, κατά τη γνώμη μου, εγκατεστημένη στη διαδρομή μας, από τον θάνατο του εμβρύου μέχρι τη γέννηση αυτού που θα έρθει -ποιος ξέρει τι- μετά τον θάνατο. Αυτή η διαδρομή δεν είναι άλλη από την ανάπτυξη ή την αργή απόκτηση μιας ψυχής.

 

Πιο συγκεκριμένα, η θεραπευτική κατάσταση είναι μια ανακεφαλαίωση της διαφοροποίησης, του αποχωρισμού από τη μητέρα, από το περιέχον, γιατί κάθε συνεδρία είναι μια όσμωση, μια εμβάθυνση σε μια προστατευμένη κατάσταση και τελειώνει, κάθε φορά, με το να πρέπει να σηκωθείς και να φύγεις. Είναι μια εκπαίδευση για το άγχος του αποχωρισμού και όσο προχωράει είναι μια εκπαίδευση στο να στέκεσαι στα δικά σου πόδια. Όλη η διαδρομή κατά μήκος της θεραπευτικής κατάστασης έχει αυτά τα χαρακτηριστικά: ο θεραπευόμενος θεραπεύεται απ’ τον να είναι ασθενής, απ’ το να είναι ένα εξαρτημένο ον, απ’ το να είναι ένα μωρό που δεν είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του. Άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο αναλαμβάνει την ευθύνη της ίδιας του της ύπαρξης. Έχοντας βγει από τη μήτρα, ο θεραπευόμενος δεν έχει πια ανάμεσα σε εκείνον και στον κόσμο ένα διάφραγμα, αλλά είναι επιτέλους ικανός να έρθει, αν όχι πάντα, τουλάχιστον συχνά, σε επαφή με την πραγματικότητα.

 

Βλέποντας ότι μιλάω με μεταφορές, θα σας διηγηθώ την τελευταία που έχω επινοήσει. Μου ‘ρθε στον νου, πριν από λίγο καιρό, ότι πολλοί σε κάποιο σημείο της βρεφικής ηλικίας δεν τα καταφέρνουν πια. Οι προσδοκίες προς αυτούς είναι τόσο υπερβολικές και οι δυνάμεις τους τόσο ανεπαρκείς που η πραγματικότητα γίνεται αβάσταχτη. Το παιδί σε αυτό το σημείο έρχεται αντιμέτωπο με μια σύγκρουση την οποία πολλοί θεωρούν ως τη σύγκρουση ανάμεσα στο να ζεις ή να πεθάνεις. Το παιδί, από μια πλευρά, ξέρει ότι αν θέλει να επιβιώσει, τότε πρέπει να θυσιάσει τον εαυτό του (αν προσαρμοστεί στην οικογένεια, στους κανόνες και στις προσδοκίες της, τότε πρέπει να εγκαταλείψει τον εαυτό του, τη φύση του, τις επιθυμίες και τις ανάγκες του). Από την άλλη, ξέρει ότι το να επιβιώσει εκεί ως παιδί είναι αδύνατο, εφόσον δεν είναι αυτάρκες, ούτε συναισθηματικά ούτε οικονομικά. Για να επιβιώσει λοιπόν είναι υποχρεωμένο να αυτοκτονήσει. Αυτό θα το αφήσει σε σύγκρουση ανάμεσα στις δικές του ανάγκες και εκείνες του περιβάλλοντος για το υπόλοιπο της ζωής του.

 

Τελικά έχω σκεφτεί ότι και αυτή η θεώρηση, παρόλο που σε ένα μεγάλο μέρος είναι αληθινή, δεν είναι εξ ολοκλήρου επαρκής. Δεν υπάρχει μόνο η σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία του να ζεις και στην επιθυμία να τα εγκαταλείψεις και να πεθάνεις. Τα πράγματα στην πραγματικότητα είναι χειρότερα: η σύγκρουση είναι ανάμεσα στην επιθυμία του να μην έχεις ακόμα γεννηθεί και στην επιθυμία να έχεις ήδη πεθάνει. Με άλλα λόγια, ανάμεσα στην παλινδρόμηση και στην κατάρρευση. Ανάμεσα σε δύο ενορμήσεις του θανάτου. Το πρόβλημα του παιδιού είναι πώς να τελειώσει με αυτό τον κόσμο της κολάσεως με τον πιο γρήγορο και ριζικό τρόπο.

 

Η επιθυμία να μην έχεις ακόμα γεννηθεί, η οποία στην κορύφωσή της γίνεται κατατονία, είναι μια αρκετά κοινή κατάσταση. Για μένα κυκλοφορεί πολύς κόσμος που δεν έχει γεννηθεί.

 

Τι είναι ένα άτομο που δεν έχει γεννηθεί; Είναι δύο πράγματα. Πρώτον, είναι μόνο το όνειρο της μαμάς (ίσως ακόμη και του μπαμπά, αλλά πιο συχνά της μαμάς στην οποία κυριολεκτικά περιέχεται), είναι οι σκέψεις της μαμάς για το παιδί της. Κατά δεύτερο λόγο, είναι ένα έμβρυο, δηλαδή μια ζωντανή και ενεργή ύπαρξη, η οποία μετακινείται, κουνιέται, δίνει κλωτσιές, στριφογυρίζει κι όμως ταυτόχρονα είναι ακινητοποιημένη στη μήτρα, δεμένη με τον ομφάλιο λώρο, φυλακισμένη σε έναν περιορισμένο χώρο. Το έμβρυο θρέφεται, βρίσκεται υπό την προστασία των χτυπημάτων του εξωτερικού κόσμου, καθησυχασμένο από τον αέναο χτύπο μιας καρδιάς στο σιωπηλό και πανταχού παρόν ζεστό αγκάλιασμα του πλακούντα. Το να είσαι σε αυτή την κατάσταση σημαίνει το να είσαι πνευματικά το όνειρο της μητέρας και σωματικά κάτι που αναπτύσσεται, αλλά περιέχεται, φυλακισμένο. Το να μην είσαι ακόμη γεννημένος είναι μια πολύ διάχυτη κατάσταση και σκέφτομαι, μεταξύ σοβαρού και αστείου, να κατασκευάσω μια τυπολογία ψυχοπαθολογίας με βάση αυτό το κριτήριο: ποιος δεν έχει γεννηθεί και ποιος είναι ήδη νεκρός.

 

Ακόμα και η δυνατότητα να είσαι ήδη νεκρός είναι ένας μεγάλος πειρασμός μπροστά σε μια αβίωτη ζωή. Αλλά τι περιλαμβάνει το να είσαι ήδη νεκρός; Μιλάμε για μια ύπαρξη που έχει γίνει σε σωματικό επίπεδο ολοκληρωτικά άκαμπτη, ακίνητη, ένας σκελετός. Αλλά μιλάμε επίσης και για ένα φάντασμα, ένα πνεύμα που δεν γνωρίζει όρια, το οποίο μπορεί να διασχίσει έναν τοίχο, να γυρίζει παντού, να είναι ικανό να σκέφτεται οτιδήποτε και να είναι εντελώς άπιαστο. Αυτό το πνεύμα, αυτό το φάντασμα από τους απέραντους ορίζοντες και τις απέραντες προοπτικές είναι εντελώς άυλο και ταυτόχρονα δεμένο σε ένα σώμα απόλυτα σφιγμένο και θαμμένο στον κόσμο. Κατά τη γνώμη μου, μπορείς να το συναντήσεις σε κάθε γωνιά του δρόμου, σε οποιοδήποτε γραφείο, σε οποιαδήποτε τάξη ή χώρο εργασίας.

 

Αυτοί είναι οι δυο μεγάλοι πειρασμοί, οι δύο μεγάλες δυνατότητες στη διάθεση εκείνου που δεν θέλει να είναι ζωντανός, εκείνου που έχει αποφασίσει ότι η ζωή είναι αβάσταχτη. Κάποιος διαλέγει τη μια λύση, κάποιος την άλλη και κάποιος άλλος ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο εναλλακτικές. Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι το άτομο σταματάει να υπάρχει: όλα γίνονται αυτόματα, μηχανικά. Δεν υπάρχει πλέον ως υποκείμενο με επώδυνα προβλήματα επιλογών, διαμελιστικές ματαιώσεις, τρομακτικές συγκρούσεις. Υπάρχει αυτός που δεν ζει ακόμη ή που δεν ζει πια.

 

Το να μην υπάρχεις προσφέρει σίγουρα σπουδαία πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να φαίνεται παρόν και οι άλλοι μπορεί να πιστεύουν ότι τον βλέπουν, αλλά εκείνος ξέρει ότι δεν υπάρχει. Αυτό παράγει μια μεγάλη αίσθηση ελευθερίας μαζί με μια αίσθηση ανωτερότητας και περιφρόνησης, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στην ψύχωση. “Εγώ ξέρω ότι δεν υπάρχω, εσείς πιστεύετε ότι υπάρχω”. Είναι ένα άτομο ανύπαρκτο και απόλυτα προστατευμένο από την αποτυχία και την επιτυχία (και οι δύο προκαλούν προβλήματα). Είναι ολοκληρωτικά πέρα από κάθε ανταγωνισμό· δεν μπορεί να χτυπηθεί από ένα αυτοκίνητο, να υποστεί ένα ατύχημα, να αρρωστήσει. Είναι ένα άτομο που δεν υπάρχει και πάνω απ’ όλα, δεν μπορεί να πεθάνει, εφόσον είναι ήδη νεκρό.

 

Μια μέρα αυτό το άτομο, αυτός ο νεκρός, πάει στον ψυχοθεραπευτή γιατί συνειδητοποιεί ότι το αντίτιμο του να μην υπάρχει είναι άπειρος πόνος, κατάθλιψη και πάνω απ’ όλα, ενοχή. Ενοχή από την οποία δεν καταφέρνει να λυτρωθεί ολοκληρωτικά, ούτε αν γίνει ιεραπόστολος, ούτε αν αφιερώσει 24 ώρες τη μέρα σε αγαθοεργίες, ούτε αν απέχει από κάθε αμαρτία, ούτε αν υπακούει σε κάθε πιθανό κανόνα. Δεν μπορεί να ξεφορτωθεί την ενοχή με καμία προσπάθεια, εφόσον αφορά μια αληθινή ενοχή. Το άτομο ομολογουμένως σκοτώνει κάποιον: είναι αντικειμενικά ο δολοφόνος του εαυτού του. Η ενοχή του να προδίδει, να καταστρέφει και να σκοτώνει τον εαυτό του παρουσιάζεται συγκεχυμένα σαν ενοχή απέναντι στη μαμά, στον μπαμπά, στον Θεό, στα παιδιά, στον σύζυγο· όλα αυτά σχετίζονται με παράλογα πρότυπα, ακατόρθωτες ψευδαισθήσεις τελειότητας. Αυτή η αληθινή ενοχή είναι η τρομακτική ενοχή απέναντι στον εαυτό, στην ύπαρξη που καθημερινά ταπεινώνεται, βασανίζεται, σκοτώνεται. Όπως και να ‘χει, κάποια στιγμή το αντίτιμο γίνεται υπερβολικά υψηλό και το άτομο αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι ούτε η περιφρόνηση και η άρνηση των άλλων μπορούν να το βοηθήσουν, ούτε το να υπακούει σε κάθε εγχειρίδιο αυτοβασανισμού, αυτοβελτίωσης, σταύρωσης εαυτού, ανάπτυξης, ωρίμανσης, προσευχής. Τίποτα.

 

Το να μην υπάρχει, σε αυτό το σημείο, δεν υποφέρεται πλέον. Το άτομο επιστρέφει στο να θέλει να ζήσει και στρέφεται στον ψυχοθεραπευτή με την ελπίδα ότι, για ακόμα μια φορά, δεν χρειάζεται να αναλάβει καμία ευθύνη, δεν χρειάζεται να πάρει στα χέρια του τη ζωή του. Ο μπαμπάς δεν υπάρχει και ποιος ξέρει αν υπάρχει ο Θεός, αλλά κάποιος θα επέμβει. Για ακόμα μια φορά, το άτομο ψάχνει απεγνωσμένα να αναθέσει αλλού τη δύναμή του, το φως του, τη θέλησή του. Ωστόσο αυτήν τη φορά, όχι πάντοτε, αλλά συχνά, η κατάσταση είναι διαφορετική.

 

Με αυτήν τη μεταφορά η ψυχοθεραπεία δεν κλίνει προς τη θεραπεία, αλλά προς την ανάσταση. Εδώ δεν πραγματευόμαστε τη θεραπεία, αλλά την επαναφορά στη ζωή. Πώς να φέρεις εις πέρας τη μεταμόρφωση ενός πτώματος σε μια ζωντανή ύπαρξη; Με πρόκληση, αποπλάνηση, τρικ, κατ’ ανάγκη με το του “κολλήσεις” ζωή, με κάθε δυνατό μέσο. Κάποιες φορές με μεταβιβαστικές μεταφορές: “Εγώ δεν υπάρχω, υπάρχεις μόνο εσύ. Αν με βλέπεις με γένια και φαλάκρα είναι μια δική σου προβολή”. Σε ορισμένες καταστάσεις, αυτή η έμφαση στη μεταβίβαση λειτουργεί, βοηθά το άτομο να συνειδητοποιήσει ότι εκείνο κρατά το τιμόνι. Άλλες φορές εξυπηρετεί η αντίθετη μεταφορά, εκείνη της υπνοθεραπείας. Αν στη μεταβίβαση δεν υπάρχει ο θεραπευτής, στην υπνοθεραπεία δεν υπάρχει ο θεραπευόμενος. Είναι σαν όλη η ευθύνη για αυτό που συμβαίνει να είναι του θεραπευτή, ο οποίος παρεμβαίνει μαγικά με τη δύναμή του. Είναι μια χαζομάρα, όχι μικρότερη από την άλλη, αλλά το ίδιο λειτουργική αφού ο θεραπευόμενος έχει τόσο μεγάλο φόβο να αισθανθεί, να ζήσει, να εκφραστεί που η μαγική, ψεύτικη, συμβολική υπόσχεση “αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη, δεν θα το κάνεις εσύ, θα στο κάνω εγώ”, του προσφέρει μια δυνατότητα να προχωρήσει.

 

Στην πραγματικότητα, προφανώς, υπάρχουν πάντα δύο άτομα και το καθένα είναι υπεύθυνο εκατό τοις εκατό για τη δική του κατάσταση. Όλη η δύναμη δεν βρίσκεται στην προβολή ούτε στη μεταβίβαση, δηλαδή στον ψυχοθεραπευτή, ούτε και είναι διανεμημένη δημοκρατικά πενήντα τοις εκατό. Όχι. Στην ψυχοθεραπεία πρέπει να σωθεί αυτός που μπορεί, όπως ακριβώς και στη ζωή. Στη θεραπεία ο θεραπευόμενος δεν έχει κάνει μόνο μια επιλογή, αλλά πρέπει ακόμη να στοιχηματίσει στην επιλογή του, να θέσει σε λειτουργία τη θέλησή του. Μόνο έτσι μπορεί να τα καταφέρει. Και ο θεραπευτής, με τη σειρά του, πρέπει να έχει το κουράγιο να ηγηθεί, να στοιχηματίσει στην παρέμβασή του και στον τρόπο εργασίας του για να επιστρέψει στον θεραπευόμενο, εν τέλει, σαν ένα είδος “αυτοκτονίας”, τη δύναμη, την παντογνωσία, την υγεία που του έχουν δοθεί και να πάρει πίσω από τον θεραπευόμενο τα δικά του κομμάτια αδυναμίας, αβεβαιότητας, διαίρεσης, ματαίωσης, κοινής ανθρωπιάς.

 

Επιστρέφω στην επαναφορά του θεραπευόμενου στη ζωή. Με τη Θεραπεία Gestalt κάνω ένα σωρό πράγματα, δηλαδή παρακινώ, αποπλανώ, ενθαρρύνω, ματαιώνω τον θεραπευόμενο για να φανταστεί, να διαισθανθεί, να οραματιστεί, να εκφραστεί, να δημιουργήσει έργα, να γεννήσει ποίηση, να σκεφτεί, να επινοήσει, να εμπνευστεί, να συνθέσει, να κινηθεί σωματικά, να έχει επίγνωση αυτών των δραστηριοτήτων και της κίνησής του, να αντιληφθεί τη δική του φωνή και άπειρα σύμβολα, να αναλάβει την ευθύνη να δίνει προσοχή στο δείνα παρά στο τάδε, να θέλει να ζήσει.

 

Με όλα τα μέσα και τις ενέργειες που έχω, ενθαρρύνω και ματαιώνω. Ενθαρρύνω σημαίνει ότι εσύ μπορείς, ματαιώνω σημαίνει εσύ πρέπει. Αγαπάς ένα μωρό, το παίρνεις αγκαλιά, το στηρίζεις, αλλά μια ωραία μέρα το αφήνεις και του λες: “Τώρα περπάτα” και πρέπει να μάθει οπωσδήποτε. Ίσως καταφέρεις να το κάνεις να περπατήσει όταν δεν είναι ακόμα στο επίπεδο να στηριχθεί μόνο του (αυτό δεν είναι μόνο λάθος, αλλά και έγκλημα), ίσως να το πάρεις στην αγκαλιά σου μέχρι τα σαράντα του (αλλά για μένα δεν θα μάθει μέχρι να αποκτήσει μια ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα) κι ύστερα επιτέλους να το βάλεις να σταθεί στα πόδια του. Εσύ επιλέγεις τη στιγμή που σου φαίνεται πιο κατάλληλη και σε αυτό το σημείο, το να πρέπει να μάθει να περπατάει δεν είναι μόνο θέμα ενθάρρυνσης, αλλά και ματαίωσης. Αμφότερες αυτές οι διαστάσεις, μητρότητα-πατρότητα, ενθάρρυνση-ματαίωση, είναι κομμάτι της θεραπευτικής κατάστασης, της προσπάθειας να έρθει στην επιφάνεια ο θεραπευόμενος. Σε κάποιον αρέσει. Υπάρχει αυτός που αγαπά να έρχεται μια φορά στο τόσο, να ζει και μετά να γυρνά στον θάνατο ακριβώς έξω από την πόρτα (της συνεδρίας). Υπάρχει αυτός που αρχίζει να σκέφτεται ότι αυτό είναι κάτι που μπορεί να κάνει ακόμα και έξω. Υπάρχει αυτός -κατά τη γνώμη μου πολλοί- που κάποια στιγμή, εντελώς απρόβλεπτα, επιλέγει να ζήσει.

 

Είμαι πεπεισμένος, τουλάχιστον για την ώρα, ότι ακόμα και αν γνωρίζεις πολλά ψυχοθεραπευτικά μοντέλα και θεραπευτικές θεωρίες, δεν μπορείς να προβλέψεις πότε ο θεραπευόμενος θα αποφασίσει να ζήσει. Για τον ίδιο λόγο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε ένας τύπος θα τρελαθεί· κάποιος βρίσκεται μέσα στον γκισέ, υπάρχει πάντα η ίδια ουρά, η ίδια αίτηση, η ίδια σφραγίδα, το ίδιο γραμματόσημο. Μια μέρα δεν αντέχει άλλο· βγαίνει έξω, σκοτώνει κάποιον, γδύνεται, τον μαζεύουν. Γιατί αυτήν τη φορά, γιατί όχι στο προηγούμενο γραμματόσημο ή στο επόμενο; Κανείς δεν ξέρει! Επειδή έθεσε ένα όριο, επειδή τότε ήταν αρκετά, επειδή στον δικό του υποκειμενικό κόσμο, σε εκείνη ακριβώς τη στιγμή επήλθε η ρήξη.

 

Με τον ίδιο τρόπο, όταν έχει ενθαρρυνθεί να ζήσει, όταν έχει καθοδηγηθεί, όταν έχει συνειδητοποιήσει του πώς είναι να ζεις -το έχει, ας πούμε, γευτεί, δοκιμάσει, μυριστεί, μασουλήσει, αγγίξει- μια ωραία πρωία ο θεραπευόμενος αποφασίζει να ζήσει. Δηλαδή παίρνει ρίσκα. Σε αυτό το σημείο θέλω να διευκρινήσω κάτι: όταν ο θεραπευόμενος σταματά να μην έχει ακόμα γεννηθεί ή να είναι ήδη νεκρός, γυρνά απλά εκεί που ήταν, παίρνει πίσω τη ζωή από εκεί που τη διέκοψε. Για κάποιους είναι αβάσταχτο, ενώ άλλοι έχουν συσσωρεύσει με τα χρόνια ικανότητα, γνώση, εμπειρία που τους επιτρέπουν να αντέχουν τον πόνο. Αλλά σε κάθε περίπτωση, όταν ξαναπιάνεις τη ζωή εκεί που την άφησες, ξαναβρίσκεις προβλήματα και ματαιώσεις. Ένα ζωντανό άτομο είναι ένα άτομο με τεράστιες και επώδυνες συγκρούσεις και είναι σε επαφή μαζί τους· είναι ένα άτομο με αβάσταχτες ματαιώσεις και είναι σε επαφή μαζί τους. Είναι ένα άτομο απελπισμένο σε κάποιον βαθμό, αλλά έχει επίγνωση της απελπισίας του· έχει πάρει την απόφαση να μην αυτοκτονήσει, όχι μόνο σε ένα εγκεφαλικό και συνειδησιακό επίπεδο, αλλά βαθιά με όλο του το σώμα. Ένα άτομο που έχει σταματήσει, για πρώτη φορά από τότε που βρίσκεται σε αυτό τον πλανήτη, να βελτιώνεται, να αλλάζει, να διαστρεβλώνεται, να προσαρμόζεται στο Ιδεώδες του Εγώ ή στο μοντέλο της κουλτούρας. Για πρώτη φορά έχει παραδοθεί στην πραγματικότητα και έχει γίνει αυτό που είναι. 

 

Συνηθίζω να λέω κυνικά, παρόλο που ελπίζω να κάνω λάθος, ότι ενώ είμαστε σε αυτό τον πλανήτη εδώ και τρισήμιση εκατομμύρια χρόνια, αν συνεχίσουμε να βελτιώνουμε τα πράγματα έτσι όπως έχουμε κάνει μέχρι τώρα, τότε κατά πάσα πιθανότητα μέσα σε δέκα-δεκαπέντε χρόνια δεν θα υπάρχει πλέον ζωή στη γη. Αυτή τη στιγμή ο κίνδυνος ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος φαίνεται μακρινός, αλλά σίγουρα εξαιτίας της προόδου είναι πιο κοντά η οικολογική καταστροφή. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ένα θεραπευμένο άτομο, δηλαδή ένα άτομο που έχει αποφασίσει να μπεί στη ζωή, να αναλάβει τις συγκρούσεις του, να υπομείνει τις ματαιώσεις του, το οποίο έχει αποφασίσει να μην αυτοκτονήσει, να αποδεσμευτεί από την κατάσταση της αναστολής και της φαντασίας, ένα τέτοιο άτομο έχει αποφασίσει να αποδεχτεί τον εαυτό του και τα πράγματα ως έχουν.

 

Πηγή:

Simmons, B. (2006). Da Piu Psicoterapie. Quaderni del Centro di Psicologia e Analisi Transazionale, n. 46. 

http://www.centropsi.it/pdf/pubblicazioni/quaderni/Quad-46-2006-Art-Simmons.pdf

 

Σημειώσεις

Σ.τ.μ.: Το κείμενο αυτό προέρχεται από την ομιλία του Barrie Simmons στο Centro di Psicologia e Analisi Transazionale του Μιλάνου το 1992.  

Barrie Simmons

Ο Barrie Simmons (1936-2006) ήταν Αμερικανός ψυχοθεραπευτής, εκπαιδευτής και επόπτης Gestalt, μαθητής του Fritz Perls. Ήταν ένας από τους πρώτους και κυριότερους εκπαιδευτές που εισήγαγαν τη Θεραπεία Gestalt στην Ιταλία, όπως και στη Δανία. Διατέλεσε καθηγητής ομαδικής ψυχοθεραπείας στο μεταπτυχιακό τμήμα ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Νάπολης. Ήταν επίσης ο αντιπρόεδρος του International Shang Shung Institute of Tibetan Studies.

 

Σημαντικό ήταν και το έργο του στην Ελλάδα, όπου δίδασκε Gestalt στο Ε.Ι.Ν.Α. και η τεράστια παρουσία του έχει μείνει αξέχαστη στους μαθητές του. 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *