Το “Αδύνατο”* Επάγγελμα: Προς την Ψυχοθεραπεία του 21ου Αιώνα – Michael Soth

[*αγγλικά: impossible. Εν προκειμένω δεν μπορεί να μεταφραστεί ως “ανέφικτο”, οπότε προτιμήθηκε το “αδύνατο” ως πιο συμβατό. Εξάλλου καλύτερο θα ήταν το “μάταιο”, αλλά έτσι απομακρυνόμαστε πολύ απ’ τη μετάφραση.]

 

1ο Μέρος

 

Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση σε ένα “αδύνατο επάγγελμα” – Όσο περισσότερο εκπαιδεύομαι, τόσο περισσότερο αδύνατο γίνεται;

Η συμβουλευτική, η ψυχοθεραπεία, η ψυχανάλυση και οι σχετικές επιστήμες έχουν αποκληθεί “αδύνατα επαγγέλματα”. Αυτό συχνά γίνεται κατανοητό ως μια χιουμοριστική ατάκα, ένα ξέσπασμα κοροϊδίας και αγανάκτησης: “Τι να κάνεις; Είναι αδύνατο!” και μετά συνεχίζουμε όπως κάναμε πριν.

 

Ωστόσο έχω καταλήξει ότι αυτή η ατάκα εκφράζει μια σημαντική, ίσως και απαραίτητη αλήθεια για τη δουλειά μας: το επάγγελμα της ψυχοθεραπείας και γενικότερα η “θεραπευτική σχέση” βασίζεται σε ένα θεμελιώδες παράδοξο, το οποίο η ατάκα αυτή εκφράζει, αλλά δεν μας βοηθά να το καταλάβουμε, πόσο μάλλον να το αντιμετωπίσουμε ολοκληρωτικά. Έχοντας εξερευνήσει τις τελευταίες δεκαετίες τον πυρήνα της αλήθειας αυτής της ιδέας, σήμερα συμπεραίνω ότι έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει βαθύτατα την εργασία μας· όταν κατανοήσουμε το αδύνατο στην καρδιά του επαγγέλματός μας, τότε το βάθος, το εύρος και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας αυξάνεται σημαντικά.

 

Θεωρώ αυτό αληθινό, όχι μόνο για τη θεραπευτική μας πρακτική, αλλά ακόμα περισσότερο για την εκπαίδευση: υπάρχει κάτι αναγκαστικά έμφυτο στη θεραπευτική προσπάθεια που όντως την κάνει αδύνατη. Αυτό που προτείνω στη συνέχεια δεν είναι μόνο να εξετάσουμε αυτή την ιδέα ούτε να την υιοθετήσουμε απλώς ως ενδιαφέρουσα, αλλά να την καταστήσουμε το βασικό θεμέλιο πάνω στο οποίο να χτίσουμε το πλαίσιο της πρακτικής, της εκπαίδευσης και της συνεχιζόμενης κατάρτισης.

 

Γιατί “αδύνατο επάγγελμα”;

Γιατί το επάγγελμά μας έχει αποκτήσει αυτό το αμφιλεγόμενο επίθετο; Τι είναι αυτό που κάνει τη δουλειά μας “αδύνατη” και υπό αυτή την έννοια διαφορετική από τα άλλα επαγγέλματα;

 

Ο κόσμος έρχεται σε μας για βοήθεια όπως θα πήγαινε σε κάθε άλλον επαγγελματία. Μας προσεγγίζουν ως ειδικούς που έχουν επενδύσει χιλιάδες ευρώ για εκπαίδευση, χιλιάδες ώρες πρακτικής και έχουν αναπτύξει εκείνη την πιστοποιημένη γνώση και ειδίκευση εντός του πλαισίου και των δομών του επαγγέλματός τους και συμφωνούν να τις θέσουν στην υπηρεσία των πελατών τους, όπως κάθε δικηγόρος, γιατρός, κομμωτής, υδραυλικός. Οι πιο πολλοί από εμάς είμαστε αρκετά σοφοί ώστε να μην υποσχόμαστε θαύματα, αλλά αντιθέτως να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα των θεραπευόμενων με τον καλύτερο διαθέσιμο τρόπο, με μια δέσμευση να σταθούμε δίπλα τους σε κάθε δυσκολία που μπορεί να αναδυθεί στην πορεία. Για όλο αυτό, ως αντάλλαγμα περιμένουμε να πληρωθούμε μια λογική τιμή ανά ώρα, όπως σε κάθε άλλο επάγγελμα, έτσι δεν είναι; Τι είναι διαφορετικό, πόσο μάλλον αδύνατο σχετικά με αυτό;

 

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στα υδραυλικά και στην ψυχοθεραπεία; Για να μεταδώσουμε σε κάποιον που δεν είναι θεραπευτής πώς είναι να κάνεις ψυχοθεραπεία χρησιμοποιώντας μια μεταφορά σε σχέση με τα υδραυλικά, θα έπρεπε να φανταστούμε την παρακάτω πολύ ασυνήθιστη περίπτωση.

 

Η ψυχοθεραπεία είναι σαν να μας καλούν σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά όταν φθάνουμε στο σπίτι ο ιδιοκτήτης επιμένει ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με τα υδραυλικά: όχι, αυτό δεν είναι νερό στο πάτωμα και όχι δεν φθάνει μέχρι τα γόνατα και σίγουρα δεν υπάρχει λόγος να ψαχουλεύουμε στο υπόγειο ψάχνοντας ένα ανύπαρκτο θέμα.

 

Όταν τελικά τα καταφέρνουμε να κατεβούμε εκεί κάτω, δεν βρίσκουμε μια απλή διαρροή ή έναν σκουριασμένο σωλήνα, αλλά συνειδητοποιούμε ότι κάποιος έχει επιτεθεί στις σωληνώσεις με ένα τσεκούρι! Όταν ρωτάμε για τη ζημιά, μας διαβεβαιώνουν διαρκώς ότι κανείς δεν έχει κατέβει στο υπόγειο εδώ και δεκαετίες και οι λασπωμένες πατημασιές είναι απλώς ανεξήγητες.

 

Όταν το πραγματικά αληθινό πρόβλημα τελικά αναγνωρίζεται, αποδεικνύεται ότι συσσωρευόταν στο παρασκήνιο για χρόνια και ο ιδιοκτήτης απλώς ποτέ δεν έβρισκε χρόνο να τηλεφωνήσει για βοήθεια. Δεν είχε φανεί τόσο σοβαρό τότε, αλλά ξαφνικά η αναδυόμενη υγρασία έγινε πλημμύρα και επειδή τώρα η κατάσταση είναι τρομακτικά επείγουσα, δεν υπάρχει τρόπος να δουλέψουμε πιο γρήγορα; Δεν μπορούμε να δούμε ότι το νερό έχει φθάσει μέχρι τα γόνατα;!

 

Καθώς το επίπεδο του νερού δεν κατεβαίνει αμέσως, ο ιδιοκτήτης αρχίζει να αναρωτιέται αν έχουμε πραγματικά τα κατάλληλα και απαραίτητα προσόντα. Αφού δεν βρίσκει άμεση λύση σε ένα πρόβλημα που έχει προκύψει εδώ και δεκαετίες –το οποίο να ξέρεις όμως, κάποιες φορές δεν είναι καθόλου πρόβλημα– ελέγχει ξανά τα πιστοποιητικά μας και ρωτάει πόσο έγκυρη είναι η εκπαίδευσή μας σε σύγκριση με άλλες συγκεκριμένες εκπαιδεύσεις που έχει ακούσει.

 

Αν, εν τέλει, φαίνεται να γίνεται κάποια βελτίωση, τότε είναι μάλλον επειδή τα πράγματα ούτως ή άλλως θα βελτιωνόταν ή ίσως να οφείλεται στην καινούργια στέγη που έχει εγκαταστήσει. Έτσι δεν υπάρχει καμία περαιτέρω ανάγκη να επισκεφτεί το υπόγειο, παρά τον προβληματισμό μας ότι το θέμα δεν έχει ολοκληρωτικά επιλυθεί… αυτή είναι τελικά η δική του ιδιωτική ιδιοκτησία και σίγουρα δικαιούται να την κάνει ό,τι θέλει, έτσι δεν είναι; Όπως και να ‘χει, γιατί να το παρουσιάζουμε ως ένα πολύ μεγαλύτερο έργο απ’ ότι εκείνος πιστεύει; Μάλλον απλώς προσπαθούμε να καθυστερήσουμε τη δουλειά και να τον παραπλανήσουμε, προσπαθώντας να του δημιουργήσουμε κάποια “υδραυλική εξάρτηση”. Δεν είναι καν ότι νοιαζόμαστε· προφανώς το κάνουμε μόνο για τα λεφτά, τα οποία είναι υπερβολικά ούτως ή άλλως, λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα όσα κάνουμε είναι λίγο πολύ κοινή λογική.

 

Mission Impossible

Το επάγγελμά μας είναι αντίστοιχο της παραπάνω περίπτωσης, την οποία οι περισσότεροι από μας δεν λογαριάσαμε όταν το επιλέξαμε και γραφτήκαμε σε μια ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση. Αλλά μόλις ξεκινήσαμε να δουλεύουμε στην “άγρια φύση” και να βγάζουμε τα προς το ζην ως ψυχοθεραπευτές, το αδύνατο της ψυχοθεραπείας εν τέλει μας προφταίνει. Για πολλούς από μας έρχεται ένα σημείο όπου νιώθουμε τις πάλαι ποτέ φιλοδοξίες της θεραπευτικής μας ταυτότητας να πέφτουν πάνω σε τοίχο. Νιώθουμε σαν να “περνάμε μέσα από συμπαγή βράχο”1  –για να δανειστούμε μια φράση του Ρίλκε.

 

Μετά από εικοσιπέντε χρόνια εποπτείας, είναι προνόμιό μου να συνοδεύω αρκετούς εποπτευόμενους σε αυτό που έχει θεωρηθεί μια απογοήτευση με τη θεραπεία, ένα ανυποχώρητο μάτι βελόνας, μια συναρπαστική “ευκαιρία ανάπτυξης” ή απλώς ένα σημείο κρίσης στην επαγγελματική μας ανάπτυξη. Όταν οι εποπτευόμενοι προσκρούουν στο αδύνατο του επαγγέλματος μπορεί να αρχίσουν να παρατηρούν διάφορα πράγματα για τα οποία νιώθουν ότι η εκπαίδευσή τους δεν τους έχει πλήρως προετοιμάσει.

 

Τότε γίνεται φανερό ότι πολλοί θεραπευόμενοι δεν θέλουν να γίνουν καλά, αγνοούν ή διαστρεβλώνουν πέραν αναγνωρίσεως αυτά που λέμε, φαίνεται να σαμποτάρουν τη θεραπεία και το έχουν βάλει πείσμα να συνεχίσουν τα αυτοκαταστροφικά τους μοτίβα, παρόλη την επίγνωση που νομίζαμε ότι φέραμε μαζί. Πολλοί θεραπευόμενοι παρόλο που απεγνωσμένα απαιτούν αλλαγή, βάζουν τα δυνατά τους να την αποφεύγουν σαν την πανούκλα, ακόμα κι αν τους προσφερθεί στο πιάτο. Απαιτούν να τους “φτιάξουμε” και να τους ανακουφίσουμε από τον πόνο τους ή τουλάχιστον να μειώσουμε τα συμπτώματα, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να εμπλακούν ή να τα εξερευνήσουν οι ίδιοι.

 

Πολλοί θεραπευόμενοι δεν φαίνονται να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τα συναισθήματά τους, πόσο μάλλον να αναλάβουν την ευθύνη τους. Όταν οι θεραπευόμενοι είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τη διαδικασία με το παραμικρό εμπόδιο, τότε οι θεραπευτές ανακαλύπτουν ότι οι θεραπευόμενοι δεν είναι τόσο ανοιχτοί και συνεργάσιμοι και ότι η θεραπευτική συμμαχία είναι παράδοξη και ένα πιο άπιαστο θηρίο απ’ ότι περιμένανε.

 

Γενικά αποδεικνύεται ότι οι θεραπευόμενοι είναι πολύ λιγότερο πρόθυμοι να αναπτύξουν ψυχολογική επίγνωση απ’ όσο είμαστε συνηθισμένοι απ’ τους συναδέλφους μας στις εκπαιδεύσεις και στις προστατευμένες θεραπευτικές υποκουλτούρες. Αν η θεραπεία λειτουργεί, δεν λειτουργεί έτσι όπως περιμέναμε και σίγουρα όχι σύμφωνα με τα εκπαιδευτικά βιβλία ή εγχειρίδια και είναι πολύ πιο δύσκολη δουλειά απ’ το αναμενόμενο.

 

Δεν προξενεί έκπληξη ότι κάποιοι θεραπευτές πετούν την πετσέτα μετά από κάποιους γύρους. Επειδή έχουν εργαστεί υπό την εντύπωση ότι όσο πιο πιστά, σωστά, διεξοδικά και ειλικρινώς εφαρμόσουν αυτό που έχουν διδαχτεί, τόσο θα βοηθηθούν οι περισσότεροι θεραπευόμενοι και θα φεύγουν απ’ τη συνεδρία με χαρά και ευγνωμοσύνη, τείνουν να κατηγορούν τον εαυτό τους όταν τα πράγματα δεν λειτουργούν έτσι στην πραγματική τους εργασία. Αλλά αντί να αμφισβητούν τους περιορισμούς της παραδιδόμενης επαγγελματικής σοφίας, θεωρούν ότι οι δυσκολίες οφείλονται στα δικά τους θέματα, στην ανεπάρκεια ή στην ανικανότητά τους. 

 

Οι θεραπευτές καταλήγουν στο παραπάνω λογικό συμπέρασμα επειδή μεγάλο μέρος της ψυχοθεραπείας πραγματικά διδάσκεται και πουλιέται με την παραδοχή ότι η θεραπεία είναι δυνατή, η πρόοδος μπορεί να επιτευχθεί, οι θεωρίες μας είναι αξιόπιστες και η επιτυχία είναι μια αξιόπιστη συνάρτηση της επαγγελματικής ειδημοσύνης και της εγκάρδιας εφαρμογής. Το μεγαλύτερο μέρος της θεραπείας πραγματικά διδάσκεται σαν να υπήρχε ένας “σωστός” τρόπος να την ασκήσεις (δεν πειράζει που υπάρχουν τόσο πολλοί –και τόσο πολλοί αντιφατικοί– υποτιθέμενοι τρόποι να την ασκείς “σωστά”).

 

Έτσι αν ένας θεραπευτής αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας αυτή την υποτιθέμενη γραμμική διαδικασία, αυτό οφείλεται στο δικό του προσωπικό λάθος ή ανεπάρκεια. Ούτως ή άλλως –όπως αναφέρει ο Mick Cooper την εύστοχη φράση2 του Carl Rogers: “τα γεγονότα είναι φιλικά”–η έρευνα αποδεικνύει ότι η θεραπεία, συνολικά, όντως φαίνεται να λειτουργεί. Γνωρίζουμε από την έρευνα έκβασης δεκαετιών της ψυχοθεραπείας ότι το πιο σταθερό εύρημα, που επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά, είναι ότι όλες οι θεραπείες λειτουργούν –ανεξάρτητα από το θεωρητικό μοντέλο ή την πρακτική τεχνική. Συνεπώς, όπως έχει εκφραστεί από τη διάσημη ετυμηγορία του πουλιού Ντόντο3: όλες είναι νικήτριες και όλες πρέπει να πάρουν βραβείο. 

 

Γιατί λοιπόν οι θεραπευτές συνήθως καταλήγουν σε αυτό το σημείο κρίσης στην καριέρα τους όπου νιώθουν ότι αποτυγχάνουν και ότι η θεραπεία δεν λειτουργεί; Γιατί επιμένω ότι η θεραπεία είναι πράγματι ένα “αδύνατο επάγγελμα”; Εν τέλει, πολλοί θεραπευόμενοι όντως ωφελούνται και κάποιοι πράγματι φεύγουν με χαρά και ευγνωμοσύνη. Δεν αποδεικνύει αυτό ότι η θεραπεία είναι δυνατή, ότι όντως λειτουργεί; Ναι, λειτουργεί, αλλά κατά τη γνώμη μου καθόλου με τον απλό και ευθύ τρόπο που παραδοσιακά το επάγγελμά μας υποθέτει και οι εκπαιδεύσεις μας ισχυρίζονται.

 

Μια γερμανική στροφή του Erich Kaestner, που βασιζόταν σε έναν διάσημο στίχο από ένα ποίημα του Γκαίτε, λέει με ελεύθερη απόδοση:

Όλη η θεωρία είναι γκρι, όταν θέλεις να λειτουργεί, παραστρατεί.
Ενώ η εφαρμογή είναι λοξή, λειτουργεί, χωρίς να ξέρει κανείς το γιατί.

 

Η θεραπεία όντως λειτουργεί, αλλά, μου φαίνεται, συνολικά πολύ απρογραμμάτιστα. Στη σχετικά νέα μας επιστήμη, γεννημένη στον 19ο αιώνα και παντρεμένη με υποθέσεις του 20ου, είναι ακόμα κατά μεγάλο μέρος μια απρόβλεπτη περιπέτεια. Μέχρι να λάβουμε πιο σοβαρά υπόψη το θεμελιώδες αδύνατο της ψυχοθεραπείας, να το αποδεχτούμε και να το παρατηρήσουμε στιγμή-προς-στιγμή, να μείνουμε με αυτό, φοβάμαι ότι θα παραμείνουμε φορτωμένοι με αυτή την τυχαιότητα. Μέχρι να αποδεχτούμε και να καταλάβουμε εντελώς αυτό το αδύνατο, θα είμαστε σαν οδοντίατροι που δουλεύουν με εργαλεία ξυλουργού.

 

2ο Μέρος

 

Σε ένα αδύνατο επάγγελμα, ο θεραπευτής χρειάζεται να αποτύχει

Μπορεί να ρωτήσεις: αν το αδύνατο του αδύνατου επαγγέλματος μού είναι τόσο προφανές, γιατί δεν είναι γνωστό ή γενικά αποδεκτό και προφανές σε όλους; Λοιπόν είναι γνωστό ως μια ατάκα. Όπως ένα αστείο, η ατάκα ταυτόχρονα και αποκαλύπτει και αποκρύπτει. Η ατάκα κρατά τα πράγματα αμφίσημα. Όπως μας έδειξε ο Φρόυντ, ένα ανέκδοτο είναι αστείο επειδή αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλήθεια –ακριβώς μια αλήθεια που περίπου ξέραμε, αλλά που έχει κρατηθεί μέχρι στιγμής ασυνείδητη μέσω της άρνησης.

 

Νομίζω ότι συνολικά δεν είναι μόνο το γενικό κοινό που βρίσκεται σε άρνηση σε σχέση με τη θεραπεία. Ακόμα χειρότερα εμείς, ως επαγγελματικός κλάδος, βρισκόμαστε σε άρνηση για τον εαυτό μας και για κάποια ουσιαστικά, εγγενή του χαρακτηριστικά.

 

Υπάρχει ένα σωστό και διεισδυτικό παράθεμα σχετικά με το επάγγελμά μας από τον Δρ. Ian Suttie, έναν από τους πρώτους Σκωτσέζους ψυχαναλυτές:

“Υπάρχει μόνο ένας τύπος ανθρώπου που έλκεται από αυτήν τη δουλειά [εννοούσε την ψυχανάλυση, αλλά ισχύει για όλη τη θεραπεία], αυτοί που πονάνε. Μόλις έχουν ενδιαφερθεί και εκπαιδευτεί, υπάρχουν δύο τύποι: αυτοί που αντιμετωπίζουν τον πόνο και αυτοί που δεν τον αντιμετωπίζουν”.

 

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι περίπου τα τελευταία εκατό χρόνια, στο σχετικά νέο μας επάγγελμα δεν έχουμε καταφέρει να τον “αντιμετωπίσουμε”. Έχουμε μια αμφιθυμική στάση απέναντι στον πόνο: η μια πλευρά της είναι η ικανότητα να δείχνουμε ενδιαφέρον, να είμαστε συμπονετικοί και να αναστοχαζόμαστε. Η άλλη πλευρά είναι να τον πολεμάμε και απλώς να θέλουμε να τον ξεφορτωθούμε, να τον ξεπεράσουμε, να τον εξαφανίσουμε. Εξερεύνηση έναντι άρνησης, εμπλοκή έναντι ελέγχου.

 

Θα μπορούσαμε να διαβάσουμε την ιστορία του χώρου μας με όρους αυτής της αμφιθυμικής στάσης: σε όλο το πλήθος των θεραπευτικών μοντέλων και προσεγγίσεων, τι ποσοστό από τη θεώρηση και την πρακτική μας εμπνέεται από την ικανότητά μας για διεύρυνση της σκέψης μας μέσα από τον πόνο; Τι ποσοστό βασίζεται στο να “βρούμε μια λύση”, να τον “φτιάξουμε” με το να τον ξεπεράσουμε, να τον υπερβούμε ή απλώς να τον ξεφορτωθούμε;

 

Ως θεραπευτές, καταλαβαίνουμε καλύτερα απ’ τον υπόλοιπο πληθυσμό ότι και σε σχέση με τον σωματικό πόνο, αλλά πολύ περισσότερο σε σχέση με τον συναισθηματικό πόνο, η απλή αντανακλαστική αντίδραση να τον ξεφορτωθούμε με το να καταφύγουμε σε ένα “παυσίπονο” μπορεί να είναι επικίνδυνα παραπλανητική. Βοηθά το άτομο να αγνοεί και να αρνείται τον πόνο, ο οποίος μεταφέρεται στο “υπόγειο”, φουντώνει και τελικά δημιουργεί πολύ μεγαλύτερα προβλήματα. Δεν εννοώ να υιοθετήσουμε κάποια άκαμπτη αντί-θεση, δηλαδή δεν είμαι κατηγορηματικά αντίθετος στο να παίρνουμε παυσίπονα. Σίγουρα όχι· η νευροεπιστήμη, ειδικά σε σχέση με τον πόνο του τραύματος, έχει καθιερώσει την κεντρική σημασία της “ρύθμισης”. Δηλαδή, το να ρυθμίζεις τον πόνο “πάνω” και “κάτω” εντός του παραθύρου ανοχής. Το να είσαι δηλαδή εξίσου ανοιχτός στο να καταπραΰνεις τον πόνο όπως και να τον εντείνεις. Στα άκρα του παραθύρου ανοχής και εντός της κατάστασης του τραύματος αυτό μεταφράζεται ως: “να τον σκοτώνεις” έναντι στο “να τον προκαλείς”.

 

Έτσι δεν είμαι ούτε ενάντια στα παυσίπονα, ούτε στην υποκείμενη στάση να διώχνεις τον πόνο. Δεν θέλω να δημιουργήσω μια πολικότητα ενάντια στη μείωση συμπτωμάτων ή ενάντια στο “φτιάξιμο” ή στο “να γίνεις καλά” τα οποία είναι απαραίτητα στοιχεία αυτού που κάνει η θεραπεία και χρειάζεται να φαίνεται ότι το επιτυγχάνει.

 

Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να ξεκαθαρίσω την ψυχολογία του πόνου η οποία μας βοηθά να καταλάβουμε την εθιστική αποφυγή του πόνου η οποία έχει γίνει δεδομένη ως κανόνας στην κουλτούρα μας. Η θεραπεία δεν μπορεί να ξεφύγει από τη δημόσια παρανόηση ότι –ως γιατροί για τα συναισθήματα- ο υποτιθέμενος στόχος της δουλειάς μας είναι η μείωση των συμπτωμάτων και η εξαφάνιση του συναισθηματικού πόνου. Γι’ αυτό κυρίως νομίζουν οι θεραπευόμενοι ότι μας πληρώνουν: η καλή θεραπεία ισούται με το να κάνει τα πράγματα καλύτερα που ισούται με το να μειώνει τον πόνο. Από τη δική μας πλευρά καταλαβαίνουμε, φυσικά, ότι είναι πολύ πιο πολύπλοκο. Καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι όλος ο πόνος κακός και ότι η ψυχολογική ανάπτυξη και ωρίμανση επιτυγχάνεται με το να ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον πόνο και να τον αγκαλιάζουμε.

 

Η αμφιθυμική στάση της ψυχοθεραπείας προς τον πόνο

Αλλά ο τρόπος που το κάνουμε και είμαστε ικανοί να το κάνουμε είναι βαθιά προγραμματισμένος, πλαισιωμένος και περιορισμένος από την ιστορία του επαγγέλματός μας. Ξεκαθαρίζοντας την ψυχολογία του πόνου, προσπαθώ επίσης να αναγνωρίσω ότι δεν είμαστε πέρα και υπεράνω της ίδιας της αμφιθυμίας προς τον πόνο που κατέχει την κουλτούρα και τους θεραπευόμενούς μας. Η ίδια αμφιθυμία έχει διαποτίσει το επάγγελμά μας και την ιστορική του εξέλιξη, σε όλα τα μοντέλα και προσεγγίσεις. Οποιαδήποτε εκπαίδευση και θεραπευτικό προσανατολισμό κι αν έχουμε ακολουθήσει, στην καλύτερη περίπτωση έχουμε κληρονομήσει μια βαθιά αμφιθυμική εργαλειοθήκη μοντέλων και τεχνικών.

 

Εμείς που εκπαιδευτήκαμε τη δεκαετία του ’80, θυμόμαστε ότι παραδοσιακά ο χώρος της ψυχοθεραπείας ήταν διαιρεμένος σε διαφορετικές, δογματικά φονταμενταλιστικές φυλές που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ποια κατέχει την “καλύτερη” ή “αληθινή” λύση.

 

Το να έλκεσαι από μια συγκεκριμένη φυλή, τους εγγενείς κανόνες της υποκουλτούρας και το θεωρητικό της οικοδόμημα, ήταν αδιαχώριστο απ’ το να εξιδανικεύεις τη“λύση” που σου υπόσχονταν. Ως μαθητές -στην καλύτερη περίπτωση ημισυνειδητά- επιλέξαμε και μετά εκπαιδευτήκαμε σε μια συγκεκριμένη μονοδιάστατη προσέγγιση και μοντέλο επειδή φάνηκε να παρέχει το “φτιάξιμο” ώστε να κατακτήσουμε τόσο τον δικό μας όσο και τον πόνο του κόσμου. 

 

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, έχουμε επίσης αποκτήσει πολλές πολύτιμες εμπειρίες και επιγνώσεις που μας βοήθησαν να συνδεθούμε, να εξερευνήσουμε, να στοχαστούμε και εν τέλει να καταλάβουμε τον πόνο μας. Οι περισσότεροι από μας είμαστε ευγνώμονες για την ανάπτυξη και ψυχολογική ωρίμανση η οποία έτσι έγινε εφικτή και τώρα μας παρέχει την ικανότητα να αγκαλιάσουμε τον πόνο, να παραδοθούμε σ’ αυτόν, να τον ακολουθήσουμε και να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε απ’ αυτόν.

 

Έτσι γενικά έχουμε καταλήξει σε μια αμφιθυμική ικανότητα: και να μένουμε με τον πόνο, να σκεφτόμαστε μέσα από αυτόν, όπως και με μια πληθώρα τάσεων να παρέχουμε την απάντηση, να ξεπεράσουμε και να σκοτώσουμε τον πόνο (το οποίο είναι το ατυχές νήμα απ’ το οποίο κρέμεται η θεραπευτική μας ταυτότητα και φήμη).

 

Έτσι ενώ σε κάποιον βαθμό η εκπαίδευση μας βοήθησε να τον “αντιμετωπίσουμε” κατά μεγάλο βαθμό, η έλξη μας προς την προσέγγιση που έχουμε επιλέξει ήταν τροφοδοτημένη από μια εξιδανίκευση της μείωσης συμπτωμάτων και της εξαφάνισης του πόνου που φαινόταν να υπόσχεται. Είναι αναπόφευκτο ότι όταν είμαστε έτοιμοι να δεσμευτούμε σε μια ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και να αφιερώσουμε χρόνια απ’ τη ζωή μας και χιλιάδες ευρώ, εμπνεόμαστε από μια εξιδανίκευση για να κάνουμε αυτή την επένδυση. Χωρίς αυτήν, δεν θα ξεκινούσαν αρκετοί άνθρωποι ψυχοθεραπευτικές εκπαιδεύσεις, ούτε και ψυχοθεραπεία. Δεν μπορούμε να την απαγορεύσουμε ακόμα κι αν το επιθυμούσαμε (κι έτσι να χρεωκοπήσουμε) και δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε ενημερώνοντας προκαταβολικά τους ενδιαφερόμενους. 

 

Η ανάγκη και η παρόρμηση για εξιδανίκευση δεν υπόκειται σε λογική συζήτηση ή πληροφόρηση. Ανάλογα με την οπτική σου, αυτό έχει ατυχείς ή ευτυχείς συνέπειες· αυτό σημαίνει ότι εν τέλει η διαδικασία (η δική μας και η δουλειά μας με τους θεραπευόμενους) θα μας οδηγήσει στη στιγμή της απογοήτευσης, όταν η υπόσχεση αθετείται, η εξιδανίκευση καταρρέει και το υποκείμενο αδύνατο του επαγγέλματος τελικά έχει κάποιον χώρο και χρόνο να ανατείλει.

 

Θεωρώ ως ένδειξη ότι το αδύνατο του επαγγέλματος χτυπάει την πόρτα της αντίληψης και επίγνωσης, όταν οι εποπτευόμενοι συνειδητοποιούν ότι το εσωτερικό βίωμα του θεραπευτή εν ώρα εργασίας δεν είναι τόσο ρόδινο και ξεκάθαρο όσο περιμέναν ή επιθυμούσαν (και στην εκπαίδευσή τους τους έκαναν να πιστέψουν ότι είναι έτσι)· όταν απελπίζονται από την έλλειψη επιρροής στους θεραπευόμενους· όταν χάνουν την πίστη τους στη θεραπεία· όταν πέφτουν σε αυτό τον σοκαριστικό τοίχο.

 

“Οι θεραπευόμενοί μου αντιστέκονται και αποφεύγουν ή υπάκουα συμμορφώνονται, το οποίο είναι εξίσου προβληματικό. Πιέζουν τον εαυτό τους όταν δεν πρέπει, φεύγουν πριν να είναι έτοιμοι. Ελέγχουν τη συνεδρία, παραπονιούνται κι εγώ δυσκολεύομαι. Έρχομαι για εποπτεία και νιώθω σαν να αποτυγχάνω, σαν να απογοητεύω τους θεραπευόμενούς μου, τον εαυτό μου, το επάγγελμα, εσένα ως επόπτη μου, κάποιο ιδανικό του πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα…”

 

Σε αυτό το σημείο, ο εποπτευόμενός μου έχει τυλιχθεί απ’ το συναίσθημα της αποτυχίας -εξίσου κατακλύζεται και αγωνίζεται εναντίον του- και τείνει να παίρνει πολύ προσωπικά αυτό που βιώνει.

 

Από τη δική μου οπτική, αυτός ο αγώνας ξεπερνάει το προσωπικό: βλέπω τον εποτευόμενό μου να βυθίζεται στο αδύνατο του επαγγέλματος, ενώ ταυτόχρονα του αντιστέκεται, πιστεύοντας ότι θα έπρεπε να είναι εφικτό, ότι τα βιβλία θα έπρεπε να το κάνουν ευκολότερο, ότι θα έπρεπε να είναι μια γραμμική διαδικασία, ότι κάποιος άλλος θεραπευτής θα ήξερε πώς να το κάνει καλύτερα. Βλέπω τον εποπτευόμενό μου καθώς έχει πιαστεί στο να πολεμά ενάντια στο αδύνατο, να πολεμά την απογοήτευσή του, την απώλεια της θεραπευτικής του ταυτότητας, την αποδόμηση των λατρεμένων του υποθέσεων και εξιδανικευτικών ιδεών. Σε αυτό το σημείο, ο εποπτευόμενός μου δεν έχει ιδέα ότι θα μπορούσε να είναι εφικτό να μείνει στο αδύνατο –να εργαστεί μέσα από αυτό, αντί εναντίον του, να παραδοθεί και να μείνει σε αυτό, αντί να προσπαθεί να το αρνηθεί ή να το υπερβεί.

 

Ως ο επόπτης, μπορώ να δω σε αυτό το σημείο μια ποικιλία οδών που προσφέρονται για εξερεύνηση. Επειδή, ούτως ή άλλως, ο εποπτευόμενος το παίρνει πολύ προσωπικά, η πρώτη παραγωγική οδός θα ήταν να στοχαστεί πάνω σ’ αυτά τα συναισθήματα αποτυχίας θεωρώντας τα ως το τραύμα ή την παθολογία του ίδιου του θεραπευτή (δηλαδή ως τη δική του ντροπή ή ήττα)· συχνά ακολουθώ αυτή την οδό. Στη συνέχεια, θα μπορούσα να το εξερευνήσω ως αυτό που αποκαλώ “η συνηθισμένη αντιμεταβίβαση” και συχνά το κάνω. Σίγουρα επίσης θα το διερευνήσω ως μια αντιμεταβίβαση προς τον συγκεκριμένο θεραπευόμενο που προκαλεί αυτά τα συναισθήματα και συνήθως το κάνω.

 

Επιπρόσθετα, μια συνέπεια είναι ότι νιώθω τον εαυτό μου να εμπλέκεται στην ατμόσφαιρα της αποτυχίας, σαν να είμαι εγώ που απογοητεύω τον εποπτευόμενο. Όταν βρίσκει την εργασία του ανέφικτη, δεν είμαι εγώ, ως ο επόπτης του, υπεύθυνος να τον προστατεύω και να τον περιέχω επαρκώς, διασφαλίζοντας ότι είναι “κατάλληλος για εργασία” –όπως λέει χαρακτηριστικά ένας εποπτευόμενός μου; Όταν νιώθω ότι αποτυγχάνω στο εποπτικό μου καθήκον, μπορώ τότε να το κατανοήσω ως παράλληλη διαδικασία, το οποίο συνήθως και κάνω.

 

Αλλά μου φαίνεται συχνά ότι ούτε όλο αυτό ακόμη δεν αντιπροσωπεύει τον αγώνα του εποπτευόμενού μου. Μπορεί τότε να αντιδράσει με το να εκλιπαρήσει να τον βοηθήσω να πολλαπλασιάσει την προσπάθειά του: να του προτείνω περαιτέρω συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση (CPD), να του δώσω κι άλλες βιβλιογραφικές αναφορές, να του εξηγήσω ξανά κάποια βασική αρχή –πρέπει να υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει ώστε το σπουδαίο έργο της θεραπείας να λειτουργήσει με τον τρόπο που υποτίθεται.

 

Οτιδήποτε για να διατηρηθεί ακέραιο το εξιδανικευμένο πλαίσιο της θεραπείας και η ιδέα του για αυτό να παραμείνει ως έχει.

 

Εδώ είναι το σημείο που, ως επόπτης, μπορεί να τείνω να πω κάτι με αυτό τον τρόπο: “η θεραπεία ΕΙΝΑΙ αδύνατη. Δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα, δεν είναι μόνο το δικό σου συναίσθημα. Το συναίσθημά σου δεν είναι λανθασμένο και δεν είναι το δικό σου λάθος. Δεν το νιώθεις απλώς αδύνατο, είναι αληθινά αδύνατο. Αν και όταν η θεραπεία λειτουργεί, αυτό γίνεται παρά το θεμελιώδες της αδύνατο, όχι επειδή είναι εφικτή όπως έχεις διδαχτεί να πιστεύεις. Λειτουργεί παρά τις προσπάθειες σου να την κάνεις να λειτουργήσει, όχι εξαιτίας τους. Το να σκέφτεσαι ότι αυτό είναι απλώς η προσωπική σου αδυναμία, έλλειμα του χαρακτήρα σου, βλακεία ή ανικανότητα ρίχνει αλάτι στην πληγή, υπονομεύει και ζημιώνει τον εαυτό σου, τον θεραπευόμενο και τη διαδικασία, αντί να τα περιέχει.”

 

Ο εποπτευόμενος απαντάει συχνά με δυσπιστία: “Εσύ το λες αυτό. Εσύ θα ήξερες ποια είναι η σωστή παρέμβαση και εσύ θα μπορούσες να την κάνεις”. Έτσι του απαντάω: “ανεξάρτητα από το συναίσθημα της αποτυχίας, το θέμα σε αυτήν τη συγκεκριμένη συγκυρία της διαδικασίας είναι ότι εσύ είσαι αναντικατάστατος -το αδύνατο είναι μοναδικό στη σχέση μεταξύ των δυο σας και δεν υπάρχει σωστή παρέμβαση. Δεν υπάρχει ένα σωστό να κάνεις. Τυπικά, υπάρχουν δυο λανθασμένα πράγματα να κάνεις σε αυτό το σημείο. Στο όνομα της διαδικασίας, εσύ –ως ο θεραπευτής– πρέπει να αποτύχεις”.

 

“Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να αποτύχω. Νιώθω ότι αποτυγχάνω, αλλά δεν μου αρέσει -δεν είχα αυτό στον νου μου όταν έγινα θεραπευτής”.

 

“Από δω που κάθομαι, εσύ ήσουν που –ίσως χωρίς να το γνωρίζεις, αλλά για κάποιους διαισθητικούς, ευρηματικούς δικούς σου λόγους- επέλεξες ένα αδύνατο επάγγελμα”.

 

Και οι δυο μας θα αναγνωρίσουμε σ’ αυτό το σημείο ότι δεν έχω κάνει λιανά τι πραγματικά είναι αυτό που κάνει τη θεραπεία αδύνατη. Δεν έχω δώσει κανέναν θεωρητικό λόγο ή εξηγήσεις για την αιτία που το δικό μας επάγγελμα είναι αδύνατο. Το έχω απλώς δηλώσει ως ένα γεγονός που έχει εξίσου ανησυχητικές και καθησυχαστικές συνέπειες.

 

Ο εποπτευόμενός μου υποτιθέμενα απογοητεύει τον θεραπευόμενό του και εγώ υποτιθέμενα απογοητεύω τον εποπτευόμενό μου -με τη μικρή διαφορά μεταξύ μας ότι εγώ ξέρω ότι αυτή η αποτυχία είναι αναπόφευκτη και δυνητικά παραγωγική, ενώ ο εποπτευόμενός μου ακόμα φαντάζεται ότι υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος να την αποφύγουμε.

 

Όσο εξαναγκαζόμαστε να αναζητούμε τρόπους να αποφύγουμε και να ξεπεράσουμε αυτό το εγγενές αδύνατο, διατηρούμε την αμφιθυμία που έχει χαρακτηρίσει τον χώρο της ψυχοθεραπείας τον τελευταίο αιώνα και συνεχίζει ακόμα. Αλλά με το να αρνείται το εγγενές αδύνατο, η ψυχοθεραπεία αποτυγχάνει να συλλάβει το παράδοξο στην καρδιά του ίδιου του εγχειρήματός της και αρνείται την ουσία που κάνει τη θεραπεία να λειτουργεί.

 

Η ερώτηση είναι αν είναι δυνατόν να βρεθεί μια θέση πέρα από αυτή την αμφιθυμία.

 

3ο Μέρος

 

Πριν να ξεκινήσω να αγγίζω τους βαθύτερους θεωρητικούς και μεταψυχολογικούς λόγους γιατί η θεραπεία είναι –και χρειάζεται να είναι– ένα αδύνατο επάγγελμα, ας εξετάσουμε τις συνέπειες αυτής της πρότασης για τη Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Εκπαίδευση (CPD). Αυτή είναι μια σημαντική εξέταση για τον χώρο και το επάγγελμά μας, καθώς ο βαθμός που αποδεχόμαστε το θεμελιώδες αδύνατο είναι ο βαθμός που πρέπει να σκεφτούμε να κάνουμε μια σημαντική αναθεώρηση του τρόπου που μαθαίνουμε, συνεχίζουμε να μαθαίνουμε και κατ’ επέκταση διδάσκουμε την ψυχοθεραπεία.

 

Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τη θεραπεία θα καθορίσει τις προτεραιότητές μας σε σχέση με τη συνεχιζόμενη μάθηση όπως και με τους τρόπους που παρέχουμε εκπαιδευτικές δυνατότητες και σε άλλους.

 

Για παράδειγμα, αν θεωρούμε τη θεραπεία μια σχεδόν ιατρική γραμμική επιστήμη, όπου εφαρμόζουμε επιστημονικά επικυρωμένη θεωρία στο “περιστατικό” ενώπιόν μας, τότε η ακαδημαϊκή διδασκαλία ταιριάζει ως οδός για την εκπαίδευση νέων θεραπευτών.

 

Σαν άλλο παράδειγμα, αν θεωρούμε ότι η θεραπεία εξαρτάται από τις ικανές και απαραίτητες βασικές συνθήκες του Rogers, τότε ενδέχεται να δώσουμε προτεραιότητα σε μια μαθησιακή διαδικασία που να καθορίζεται από τον ίδιο τον μαθητή και όπου οι προσωπικές δεξιότητες και ποιότητες της αποδοχής άνευ όρων, της ενσυναίσθησης και αυθεντικότητας μπορούν να αναπτυχθούν –μια διαδικασία στην οποία τα μέσα ταιριάζουν στους στόχους: ένας ανεξάρτητος επαγγελματίας με ικανότητα αναστοχασμού.

 

Αν θεωρούμε ότι η θεραπεία βασίζεται σε ένα εγγενές αδύνατο –με όλη τη συνοδευόμενη αίσθηση αποτυχίας που αυτό συνεπάγεται για τον θεραπευτή– τότε χρειάζεται να οικοδομήσουμε μαθησιακά περιβάλλοντα και εκπαιδευτικές σχέσεις που να δικαιώνουν αυτή την αρχή και αναγνώριση. Τι είδους μαθησιακών περιβαλλόντων και εκπαιδευτικών σχέσεων θα μπορούσαν να είναι ικανά για να προετοιμάσουν τους μαθητές για το επάγγελμα, όταν καταλαβαίνουμε ότι αυτή η δουλειά είναι αδύνατη;

 

Έχει η μετατόπιση προς έναν πιο ακαδημαϊκό προσανατολισμό βοηθήσει την άσκηση του επαγγέλματός μας;

Από τότε που ξεκίνησα τη δική μου εκπαίδευση στις αρχές του 1980, η εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Καθώς αναπτύχθηκε το επάγγελμα, η ουσία και το περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών έχουν αλλάξει σε όλες τις διαφορετικές προσεγγίσεις. Αλλά πιο σημαντικά, έχει λάβει χώρα μια μετατόπιση μακριά από τη βιωματική μάθηση προς μια υψηλοτέρου βαθμού ακαδημαϊκή διδασκαλία και προϋποθέσεων, που αποτελούν ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου της εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία.

 

Παρόλα αυτά, υπάρχει μια ένταση ανάμεσα στην ψυχοθεραπεία ως ένα θεωρητικό μάθημα που μπορεί να διδαχθεί ακαδημαϊκά και στην ψυχοθεραπεία ως μια τέχνη της σχέσης η οποία μαθαίνεται μέσω βιωματικής μαθητείας· ανάμεσα σε κάποιον συνδυασμό βασικής γνώσης που αφορά τη θεωρία, την τεχνική και τις γενικές αρχές που μπορούν να αποκτηθούν μέσω μελέτης και ένα ιδιοσυγκρασιακό μείγμα δεξιοτήτων, χαρισμάτων και υποκειμενικών τραυμάτων που χρειάζονται μια εξατομικευμένη ψυχολογική διαδικασία μεταμόρφωσης σε μια θεραπευτική στάση και στυλ6.

 

Εξίσου και οι δυο πτυχές είναι βάσιμες και απαραίτητες, αλλά, μου φαίνεται, τα τελευταία είκοσι χρόνια η ισορροπία έχει μετατοπιστεί προς το ακαδημαϊκό σκέλος του φάσματος, με τις περισσότερες εκπαιδεύσεις να συνδέονται με πανεπιστήμια και να δίνουν στους μαθητές τους τη δυνατότητα να αποκτήσουν μεταπτυχιακά επιπρόσθετα διπλώματος στην ψυχοθεραπεία.

 

Έχει ωφελήσει αυτό το επάγγελμά μας; Κατά τη γνώμη μου, η ετυμηγορία έχει βγει· μαζί με κάποιες βελτιώσεις έχει υπάρξει μια απώλεια και επιδείνωση στην άσκηση του επαγγέλματός μας.

 

Μετά τη μοναδικά πολύτιμη διεπιστημονική διαδικασία -με την οποία το επάγγελμά μας συστήθηκε στα τέλη του 1980 και οδήγησε στη δημιουργία της UKCP (Εταιρεία Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας του Ηνωμένου Βασιλείου), κάτι για το οποίο οι θεραπευτές σε άλλες χώρες σωστά μας ζηλεύουν, υπήρχε μια τεράστια προοπτική για γόνιμη αλληλεπίδραση ανάμεσα στις προσεγγίσεις και τις διαφορετικές πλευρές της UKCP. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της αποδοτικής, συνθετικής μάθησης έχει πράγματι συμβεί και έχει ωφελήσει το επάγγελμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά κατά τη γνώμη μου το πλήρες δυναμικό του έχει τεθεί σε κίνδυνο με το να πλαισιώνεται εντός ενός μονόπλευρου ακαδημαϊκού εκπαιδευτικού υποδείγματος που δεν είναι αντάξιο της ουσίας της εργασίας μας.

 

Δεν υπάρχει κανένας αδιαμφισβήτητος λόγος γιατί θα έπρεπε να είναι έτσι ή απαραίτητα να συνεχίσει στο μέλλον, αλλά μου φαίνεται ότι ο αυξανόμενος ακαδημαϊκός προσανατολισμός μάς έχει τραβήξει μακριά απ’ το να αντιμετωπίσουμε το εγγενές αδύνατο της ψυχοθεραπείας. Αντιθέτως, παγιδευόμαστε σε απλοϊκές, γραμμικές, κανονιστικές υποθέσεις: ότι το έργο μας ως θεραπευτές είναι να επαναφέρουμε τη λειτουργικότητα στην ψυχολογική δυσλειτουργία, λες και αυτές είναι προφανείς, απλές ιδέες7.

 

Υπάρχει μια τάση για αυτό το επάγγελμα να κλίνει περισσότερο από ποτέ προς μια γραμμική ιδέα της θεραπείας8, τείνει να αποπλανείται από αφηρημένες έννοιες και την αξιοπιστία τους και –με την ενθάρρυνση της υποστήριξης από τη νευροεπιστήμη που φαίνεται να θέτει την εργασία μας σε μια συμπαγή, επιστημονικά επικυρώσιμη βάση –τείνει να γίνεται περισσότερο πιστό στην ιδέα ότι υπάρχει ένας τρόπος “να το κάνουμε σωστά9”.

 

Κάνοντας θεραπεία “σωστά” –για ποιον;

Σε ένα αδύνατο επάγγελμα όπως το δικό μας, η ίδια η ιδέα απλώς “να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας” –σαν να υπήρχε μόνο μία προφανής δυσ-λειτουργία που μπορεί να αποκατασταθεί στη σωστή της λειτουργία, όπως σε έναν ηλεκτρικό διακόπτη που είτε λειτουργεί είτε όχι– είναι καταρχάς προβληματική.

 

Αυτοί που συνήθως φωνάζουν πιο δυνατά όταν απαιτούν ότι οι θεραπευτές πρέπει να είναι υπεύθυνοι με τον ίδιο τρόπο όπως και τα υπόλοιπα επαγγέλματα, όταν απαιτούν από μας να “φτιάξουμε” τα προβλήματα και τις “δυσλειτουργίες” του μυαλού ή της ψυχής με έναν προβλέψιμο τρόπο (ιδανικά με μια εγγύηση 10 ετών), παραβλέπουν μια καίρια διαφορά ανάμεσα στους σωλήνες νερού, στα τραπέζια κουζίνας, στους ηλεκτρικούς διακόπτες και στα ανθρώπινα όντα, δηλαδή η υποτιθέμενη ξεκάθαρη διαφορά ανάμεσα σε λειτουργία και δυσλειτουργία αποκρύπτει την οπτική ενός βαθύτερου ανθρώπινου διλήμματος: των συγκρουόμενων λειτουργιών.

 

Σε αντίθεση με έναν σωλήνα νερού ή το πόδι ενός τραπεζιού, το ανθρώπινο ον ως ένα ζων υποκείμενο δεν έχει μία απλή λειτουργία η οποία μπορεί να “φτιαχτεί” ώστε να δουλεύει καλά. Ένας άνθρωπος –και ιδιαίτερα ένας άνθρωπος σε ανάγκη– έχει διαφορετικές και συγκρουόμενες πτυχές, ενορμήσεις, ανάγκες και “λειτουργίες”. Όπως σε κάθε πολύπλοκο σύστημα σε δυναμική ένταση, κάποιες φορές σε ισορροπία και συχνά σε χαοτικές διαδικασίες μακριά από την ισορροπία, τα διάφορα “κομμάτια” της ψυχής λειτουργούν σε ένταση και σε σύγκρουση μεταξύ τους.

 

Σε αντίθεση λοιπόν με τον υδραυλικό, τον ξυλουργό ή τον ηλεκτρολόγο, που δεν έχει αμφιβολία σε σχέση με το ποια δυσλειτουργία χρειάζεται φτιάξιμο, ποια πτυχή της συγκρουόμενης ψυχής πρέπει να υποστηρίξει ο θεραπευτής;

 

Για να δώσω κάποια παραδείγματα, ακόμα και στην πρώτη τους συνεδρία οι θεραπευόμενοι τείνουν να διατυπώνουν το πρόβλημά τους με συγκρουόμενους όρους:

“Ξέρω ότι το πρόσωπο που με έλκει δεν μου κάνει καλό, αλλά δεν μπορώ να τον αφήσω”.

 

Ποια πλευρά θα υποστηρίξω και θα βοηθήσω να λειτουργήσει καλά: την πλευρά που λέει ότι ο σύντροφος δεν της κάνει καλό ή την πλευρά που είναι προσκολλημένη ή ίσως και συνεξαρτημένη;

 

“Συνειδητά δεν έχω κανένα λόγο για να κόβομαι, αλλά όταν βλέπω το αίμα, είναι το μόνο πράγμα που μου φέρνει μια βαθιά αίσθηση ανακούφισης”.

 

Στις περιγραφές που φέρνουν οι θεραπευόμενοι, υπονοούν συγκρούσεις ανάμεσα σε συνειδητές και ασυνείδητες δυνάμεις, ανάμεσα σε λογικούς αναστοχασμούς και ψυχαναγκαστικά συναισθήματα και συμπεριφορές. Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι ως θεραπευτές πρέπει να συμμαχήσουμε με τη λογική και την υποτιθέμενη συνειδητή προσωπικότητα και να χτίσουμε μια συμμαχία μαζί τους. Αλλά ακόμη και η πιο κοινότοπη και πρόχειρη φαινομενολογική διερεύνηση στο πρόβλημα που παρουσιάζει ο θεραπευόμενος αποκαλύπτει ότι είναι ταυτισμένος και με τις δυο συγκρουόμενες ενορμήσεις: θα μπορούσαμε να πούμε, ένα διαφορετικό κομμάτι του εαυτού ζει μέσα σε κάθε μια από τις ενορμήσεις, αλλά αυτά τα κομμάτια είναι αντίπαλα, το ένα εργάζεται ενάντια στο άλλο και συνήθως βιώνονται ως αμοιβαίως αποκλειόμενα.

 

Υπάρχει μια σιωπηλή αναγνώριση της εσωτερικής σύγκρουσης, που υπονοείται όταν ο θεραπευόμενος έρχεται για θεραπεία· αλλιώς, θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε, γιατί να αναζητήσει ο θεραπευόμενος ευθύς εξαρχής ψυχολογική βοήθεια αντί για ιατρική ή κοινωνική;

 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαφοροποιήσουμε και να ονοματίσουμε τα διαφορετικά “κομμάτια” της ψυχής που βρίσκονται σε ένταση μεταξύ τους10, αλλά πέρα από συνειδητές έναντι ασυνείδητων δυνάμεων, μόνο για αρχή και χωρίς να ορίζουμε με ακρίβεια τους όρους, μπορούμε, για παράδειγμα, να ακολουθήσουμε τον Jung διαφοροποιώντας το “εγώ” από τη “σκιά” και να δούμε πως η σύγκρουση μεταξύ τους είναι μια μόνιμη πτυχή αυτού που φέρνει τους θεραπευόμενους στη θεραπεία: ανάμεσα στον Δρα Τζέκυλ και στον Κύριο Χάυντ, ποιος χρειάζεται θεραπεία και ποιανού την “καλή λειτουργία” θα υποστηρίξω; Με ποιον θα φτιάξω μια θεραπευτική συμμαχία;

 

Ή –ακόμα ακολουθώντας τον Jung– θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια πολικότητα ανάμεσα στη σκέψη και στα συναισθήματα ή ανάμεσα στη διαίσθηση και στην αίσθηση: μια πολύ αναπτυγμένη λειτουργία σκέψης συχνά σημαίνει ότι η λειτουργία του συναισθήματος είναι υποαναπτυγμένη και αντίστροφα. Το ίδιο ισχύει και για τις λειτουργίες της διαίσθησης και της αίσθησης.

 

Έτσι αν υπάρχουν συγκρουόμενες ενορμήσεις, η καλή λειτουργικότητα μιας πλευράς συνήθως συνεπάγεται τη δυσλειτουργία της άλλης και αντίστροφα: αν μία “λειτουργεί” καλά, αυτό γίνεται εις βάρος της άλλης. Όποιες κι αν είναι οι λεπτομέρειες του προβλήματος που φέρνει ο θεραπευόμενος, πρόθυμα παρουσιάζει τη δική του υποκειμενική αίσθηση. Κάθε ενόρμηση ή κομμάτι είναι προικισμένο με μια αίσθηση ταυτότητας και γίνεται ένας παράγοντας της θεραπευτικής σχέσης –ένας παράγοντας με τον οποίο σχετίζομαι είτε το θέλω είτε όχι.

 

Το δίλημμα του θεραπευτή σε σχέση με την εσωτερική σύγκρουση του θεραπευόμενου

Έτσι ως θεραπευτής βρίσκομαι σε δίλημμα: ποια πλευρά της εσωτερικής σύγκρουσης θα υποστηρίξω; Ποιανού λειτουργία θα υποστηρίξω; Για ποιον να κάνω σωστά θεραπεία;

Αν ταυτιστώ με μία δεν θα σημαίνει μόνο ότι θα από-ταυτιστώ από την άλλη, αλλά –στην αντίληψη του θεραπευόμενου– θα ταυτιστώ ενάντια στην άλλη. Πώς μπορώ να εγκαθιδρύσω και να διατηρήσω μια θεραπευτική συμμαχία με δυο αμοιβαία αποκλειόμενες πολικότητες;

 

Μια προφανής λύση σε αυτό το δίλημμα, από το οποίο κάποιοι θεραπευτές εν τέλει έλκονται, είναι να διατηρήσουν μια συνηθισμένα ασφαλή απόσταση από τις συγκρουόμενες δυναμικές συνολικά.

 

Παρόλα αυτά, σε κάποιο σημείο η σύγκρουση του θεραπευόμενου θα γίνει η σύγκρουση του θεραπευτή, συχνά υποσυνείδητα ή/και ασυνείδητα, συχνά ρητά και τότε η ερώτηση είναι αν ήμασταν αρκετά σε εγρήγορση και αν είχαμε επίγνωση της εμφάνισής της για να εμπλακούμε σε αυτήν τη σύγκρουση, να συναντήσουμε τον θεραπευόμενο εκείνη τη στιγμή και να επιβιώσουμε –αυτό που μου αρέσει να αποκαλώ το εγγενέςδιυποκειμενικό μπέρδεμα”.

 

Ας πάρουμε δυο απλά παραδείγματα: ένα θεραπευόμενος είναι εθισμένος (δεν έχει σημασία σε τι) –φέρνει ένα νηφάλιο κομμάτι σε σύγκρουση με ένα εθισμένο κομμάτι. Με ποιο θα συμμαχήσω; Θα κάνω “σωστά” τη δουλειά μου για το νηφάλιο κομμάτι και θα ξεφορτωθώ τον εθισμό; Καθώς και τα δυο είναι μπλεγμένα σε έναν εσωτερικό εμφύλιο πόλεμο, αν συμμαχήσω με το ένα, θα κάνω εχθρό μου το άλλο. Υποθέτω απλώς ότι το νηφάλιο κομμάτι είναι αυτό που βάσιμα φέρνει τον θεραπευόμενο στη θεραπεία και φτιάχνω μια συμμαχία με τους δικούς του όρους; Πώς τότε θα φτιάξω μια θεραπευτική συμμαχία με το εθισμένο κομμάτι; Έχει το εθισμένο κομμάτι κάποιο έγκυρο σκοπό που του αξίζει να υποστηρίζεται θεραπευτικά; Πώς κάνω “σωστά” τη δουλειά μου για το εθισμένο κομμάτι; Με το να φαίνομαι αποφασισμένος να το εξαφανίσω, ως συνέπεια του να συμμαχώ με το νηφάλιο κομμάτι, δεν είναι πιο πιθανό να αμυνθεί ή να αντεπιτεθεί ή να διαφύγει υπογείως και κρυφά να ριζωθεί βαθύτερα;

 

Ή για να πάρω ένα άλλο παράδειγμα: όπως μπορεί να μας πει κάθε θεραπευτής ζεύγους, αν έχω δύο ανθρώπους που μου φέρνουν τη συγκρουόμενη σχέση τους για βοήθεια, το σίγουρο χαρτί για να χάσω τη θεραπευτική μου θέση είναι να διαλέξω πλευρές: βλέπω την οπτική του ενός παρτενέρ ως έγκυρη, υποστηρίζω τη δική του ιδέα για το τι είναι μια καλά λειτουργική σχέση με τους δικούς του όρους και προχωρώ να προσφέρω θεραπεία για να υποστηρίξω αυτή την ιδέα. Οι πιο πολλοί θεραπευτές θα διαισθανθούν σωστά ότι σύντομα η θεραπευτική συμμαχία θα γίνει κιμάς, όπως και η ίδια η θεραπευτική διαδικασία.

 

Ενώ η σύγκρουση ανάμεσα σε ένας ζεύγος “εξωτερικών” ανθρώπων κάνει το δίλημμα πιο προφανές, το ίδιο ισχύει σε σχέση με όλες τις εσωτερικές συγκρούσεις του θεραπευόμενου.

 

Αυτό θα ήθελα να το εξετάσω με περισσότερες λεπτομέρειες σε ένα μελλοντικό άρθρο, όπου θα προτείνω μια γλώσσα συμβατή με όλες τις προσεγγίσεις για την εσωτερική σύγκρουση του θεραπευόμενου, που να αντλεί από τις διαφορετικές έννοιες, μοντέλα και αργκό τα οποία έχουν αναπτύξει οι διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για να ονοματίσουν και να περιγράψουν την εσωτερική σύγκρουση του θεραπευόμενου. Αλλά για την ώρα επαρκεί να πούμε ότι αν μείνουμε με την πραγματικότητα της εσωτερικής σύγκρουσης του θεραπευόμενου (αντί να αναγάγουμε τον άνθρωπο σε κάτι ισοδύναμο με έναν μονοδιάστατο διακόπτη που είτε λειτουργεί είτε όχι), τότε το αδύνατο της θεραπείας εκδηλώνεται αμέσως με τις παρακάτω ερωτήσεις:

 

Τι σημαίνει να κάνεις τη δουλειά της θεραπείας “σωστά”; Για ποιον; Για ποιο από τα συγκρουόμενα κομμάτια; Τι συμβαίνει με τα “κομμάτια” με τα οποία αποταυτιζόμαστε και με τα οποία ταυτιζόμαστε εναντίον; Η εσωτερική σύγκρουση του θεραπευόμενου στήνει δυο αντίπαλα σύμπαντα θεραπείας -με ποιο θα ευθυγραμμιστούμε, θα δουλέψουμε και θα “το κάνουμε σωστά”; Με οποιαδήποτε πλευρά συμμαχήσουμε, κατά συνέπεια θα απογοητεύσουμε την άλλη.

 

Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Εκπαίδευση (CPD) –μαθαίνοντας να αποτυγχάνω “καλύτερα”;

Πάνω σε αυτό βασίζεται αυτό που λέω στον εποπτευόμενό μου: “η διαδικασία σου απαιτεί να αποτύχεις και δεν υπάρχει ένα σωστό πράγμα να κάνεις. Συνήθως υπάρχουν δυο λανθασμένα πράγματα να κάνεις”. Μπορείς να συμμαχήσεις με ένα κομμάτι ή να υπερασπίσεις το συγκρουόμενο αντίπαλο κομμάτι, αλλά σε αυτή την περίπτωση δυο λάθη σίγουρα δεν κάνουν ένα σωστό. Ο θεραπευτής μπορεί με γενναιότητα να προσπαθήσει να μείνει απ’ έξω και να διατηρήσει μια ουδέτερη τρίτη θέση. Αλλά τότε ο θεραπευόμενος ενδέχεται να βιώσει τον θεραπευτή ως κλινικά αποστασιοποιημένο και αμέτοχο. Έτσι γενικότερα, ο θεραπευτής αργά ή γρήγορα κάπως θα απογοητεύσει τον θεραπευόμενο.

 

Ένα σημάδι ωριμότητας σε έναν θεραπευτή είναι να τον απασχολεί λιγότερο το αν θα αποτύχει και να τον ενδιαφέρει περισσότερο το πώς αποτυγχάνει. Έτσι σε αυτό το σημείο η ικανότητα του θεραπευτή να αποτύχει και να αποτύχει αξιοπρεπώς αποκτά υψίστη σημασία. Ο Werner Prall, ένας συνάδελφός μου, χρησιμοποιώντας μια φράση του Samuel Becket, συνήθιζε να αναφέρεται στην εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία και στη Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Εκπαίδευση ως “να μαθαίνεις να αποτυγχάνεις καλύτερα”.

 

Συνοπτικά τότε μπορούμε να πούμε: η ιδέα ότι απλώς λόγω της συνεχιζόμενης θεραπευτικής μας άσκησης επεκτείνουμε τις δεξιότητές μας και γραμμικά αποκτούμε μεγαλύτερη επιδεξιότητα δεν ισχύει σε ένα αδύνατο επάγγελμα. Αντιθέτως, στη θεραπεία, όσο πιο έμπειρος γίνομαι, τόσο καλλιεργώ περισσότερη επίγνωση του ανέφικτου.

 

Αν αυτό είναι καλό ή κακό για τους θεραπευόμενούς μου εξαρτάται κυρίως με το πώς απαντώ σε αυτό το δίλημμα που εντατικοποιείται μαζί με την ικανότητά μου να αγκαλιάζω την απαραίτητη αποτυχία και πόσο με χάρη της παραδίνομαι.

Σε αντίθεση με τους υδραυλικούς και τους μαραγκούς, δεν γινόμαστε απλώς όλο και καλύτεροι θεραπευτές με την απόκτηση περισσότερης εμπειρίας. Μια σημαντική πτυχή της βελτίωσής μας είναι ότι -καθώς αποκτούμε περισσότερες δεξιότητες και επάρκεια- αποκτούμε επίσης την ικανότητα να αποτυγχάνουμε πιο εντυπωσιακά και καταστροφικά. Για τους περισσότερους από μας, είναι δύσκολο να συμβιβαστούμε με το γεγονός ότι σε ένα αδύνατο επάγγελμα δεν μπορώ ποτέ να “το κάνω σωστά”, όσο καλός και αν γίνω.

 

Τι είναι αυτό που κάνει τη θεραπεία το “αδύνατο επάγγελμα”;

Αν η θεραπεία ήταν απλώς μια γραμμική σχεδόν ιατρική διαδικασία, με την οποία ένας επαγγελματικά εκπαιδευμένος θεραπευτής εφαρμόζει μια διάγνωση από ένα ολοκληρωμένο σώμα θεωρίας σε μια συγκεκριμένη περίπτωση και χορηγεί ένα σχέδιο αγωγής, το οποίο τότε δίκαια εγγυάται ότι θα πάρει τον θεραπευόμενο από το Α (δυστυχία;) στο Β (ευτυχία;)11, τότε θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε μια δύσκολη δουλειά, αλλά όχι απαραιτήτως αδύνατη. Ακόμα και οι γιατροί –που υποτίθεται είναι προστατευμένοι από τις αντιξοότητες του ανθρώπινου σχετίζεσθαι με το να βασίζονται στην εφαρμογή επιστημονικών διαδικασιών και σκέψεων– παίρνουν μια γεύση από το αδύνατο. Γνωρίζουν ότι μόλις η ψυχή (ή ο ψυχισμός, αγγλικά: psyche) του ασθενή μπει στο ιατρείο, το έργο τους δεν είναι πλέον απλό. Υπάρχουν, φυσικά, εγγενείς προκλήσεις και ασάφειες στην εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης, καθώς δεν υπάρχει πάντα απλώς μια προφανής θεωρία που να εφαρμόζεται. Αλλά αυτές οι δυσκολίες του “ιατρικού μοντέλου” είναι μικρές σε σχέση με τις περιπλοκές που εμφανίζονται σε κάθε αντιμετώπιση ως λειτουργία του ανθρώπινου σχετίζεσθαι. Ακόμη κι όταν ο γιατρός είναι σίγουρος στη θεωρία για τη σωστή αγωγή, είναι μια εντελώς άλλη πίστα να παρέχει αυτή την αγωγή στον άστατο, πολύπλοκο αληθινό άνθρωπο εμπρός του.

 

Εν τέλει, ενώ το φαινόμενο του placebo συνεισφέρει σημαντικά σε όλων των ειδών των ιατρικών θεραπειών και λειτουργεί προς όφελος του γιατρού, υπάρχει επίσης μια υψηλή συχνότητα παράλογης μη-συμμόρφωσης και αντίστασης στην αγωγή που υπονομεύει την αποτελεσματικότητα όλων των ειδών των ιατρικών παρεμβάσεων και το ίδιο ισχύει και στην ψυχοθεραπεία.

 

Ένα απλό παράδειγμα είναι ενός πραγματικού θεραπευόμενου που χρειαζόταν μια αντλία στομάχου για να αποβάλει μια δηλητηριώδη ουσία από την κοιλιά. Κανένα πρόβλημα. Μια απλή διαδικασία σε αυτό-που-θα-έπρεπε-να-είναι μια ακίνδυνη κατάσταση, με την εξαίρεση όμως ότι ο θεραπευόμενος επαναλαμβανόμενα έμπαινε σε τραυματικό πανικό μόλις ένα αντικείμενο σπρωχνόταν στο στόμα του ως αποτέλεσμα επανενεργοποιημένου σεξουαλικού κακοποιητικού βιώματος· του οποίου του συμπεριφέρθηκαν σαν να είναι ένας δύσκολος ασθενής που επίτηδες παρουσίαζε προβλήματα συμπεριφοράς.

 

Αλλά ενώ αυτές οι περιπλοκές είναι παρούσες και αναγνωρίσιμες στο ιατρικό και πράγματι σε όλα τα επαγγέλματα βοήθειας, στην ψυχοθεραπεία τα εγγενή ανέφικτα είναι στο προσκήνιο και μεγεθύνονται, εντατικοποιούνται και φθάνουν σε ένα εντελώς άλλο επίπεδο εκλέπτυνσης. 

 

Έχοντας ρωτήσει συναδέλφους τις δικές τους ιδέες γιατί η ψυχοθεραπεία είναι ένα “αδύνατο επάγγελμα”, έχω συλλέξει ένα αρκετά μεικτό και μπερδεμένο σύνολο απόψεων.

  • Είναι επειδή δεν έχουμε άλλα εργαλεία εκτός από τον εαυτό μας; Και επειδή αυτό το ένα εργαλείο -η δική μας υποκειμενικότητα- αναπόφευκτα περιέχει ελαττώματα και τραύματα που είναι βέβαιο ότι θα επέμβουν στην εργασία;
  • Ή είναι ότι δεν είμαστε σίγουροι πού στεκόμαστε σε σχέση με το ιατρικό επάγγελμα, αβέβαιοι αν είμαστε -ή μπορούμε να γίνουμε- “γιατροί συναισθημάτων”; Και ότι η εργασία μας είναι καταδικασμένη να παραμείνει “αδύνατη” όσο εργαζόμαστε και αξιολογούμαστε, μετρούμαστε και ερευνόμαστε με τις ίδιες γραμμικές παραμέτρους, πρότυπα και κριτήρια;
  • Ή είναι ότι -καθώς η νευροεπιστήμη έχει τώρα ολοκληρωτικά επιβεβαιώσει και καθιερώσει- δεν μπορούμε ποτέ να κατορθώσουμε αρκετά να προσεγγίσουμε ικανοποιητικά αυτό τον στόχο της επαγγελματικής αντικειμενικότητας η οποία είναι το σήμα κατατεθέν του ιατρικού και άλλων επαγγελμάτων βοήθειας και υποτίθεται ότι κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο να μιλάς σε έναν θεραπευτή και στο να μιλάς σε έναν φίλο; Επειδή δεν μπορούμε ποτέ να ξεφύγουμε ακριβώς από το να διαισθανόμαστε ότι όσο βαθύτερα πάει, τόσο περισσότερο η θεραπεία περιλαμβάνει μια ιδιαίτερα υποκειμενική συνάντηση και αποτελεσματικά εδράζεται στο προαναφερόμενο “διυποκειμενικό μπέρδεμα”;
  • Ή είναι επειδή οι θεραπευόμενοί μας συνήθως και ασυνείδητα παγιδεύονται στην αποφυγή των ίδιων τραυμάτων για τα οποία υποτίθεται ότι αναζητούν θεραπεία; Και όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτή την αποφυγή δεν μπορούμε -και δεν πρέπει- να βρούμε μια πιθανή λύση; Όπως έχουμε δει παραπάνω, όταν αντιμετωπίζουμε τη διεισδυτικότητα της εσωτερικής σύγκρουσης του θεραπευόμενου, καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορούμε να βρούμε μια “λύση” για το ένα κομμάτι χωρίς να προδώσουμε ένα άλλο κομμάτι της ψυχής του θεραπευόμενου (και πιθανώς να προκαλέσουμε τη συγκαλυμμένη του αντίσταση) με το οποίο έχουμε αποτύχει να ταυτιστούμε και να συντονιστούμε και συνεπώς δεν μπορούμε να αισθανθούμε και να τιμήσουμε.
  • Ή είναι κάτι άλλο ή ένας συνδυασμός των παραπάνω που κάνει την ψυχοθεραπεία ένα “αδύνατο επάγγελμα”;

Σημειώσεις

1. Rainer Maria Rilke, (1903), Vielleicht, daß ich durch schwere Berge gehe.

 

2. Mick Cooper, Essential Research Findings in Counselling and Psychotherapy: The Facts are Friendly, Sage Publications Ltd (in association with BACP), 2008

 

3. http://en.wikipedia.org/wiki/Dodo_bird_verdict

 

4. Όταν συζητάω αυτό το θέμα στις εκπαιδεύσεις, δεν είναι σπάνιο για την ομάδα να απαντάει και με τους δυο τρόπους: κάποιοι νιώθουν κυρίως αναταραχή, αποδυνάμωση, σύγχυση· άλλοι νιώθουν ανακούφιση, σαν ένα τεράστιο βάρος να έχει φύγει απ’ την πλάτη τους: “έφυγα απ’ το σεμινάριο νιώθοντας πολύ περισσότερο ικανός να δίνω άδεια στον εαυτό μου για τις δυσκολίες μου ως θεραπευτής. Για χρόνια, ένιωθα σαν απατεώνας και τσαρλατάνος, γιατί μου φαινόταν ότι κρυφά την έβγαζα καθαρή με το να φαίνομαι ως επαγγελματίας παρά τους εσωτερικούς μου αγώνες τους οποίους έκρυβα από τους συναδέλφους και επόπτες γιατί πραγματικά υπέθετα ότι αυτές οι δυσκολίες ήταν λόγω της δικής μου έλλειψης ικανότητας και κατανόησης”.

 

5. Με κάποιες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, π.χ. τη σειρά σημαντικών βιβλίων του Casement “On Learning from the Patient”. Μια αναζήτηση στη google με τον όρο “psychotherapy failure” εμφανίζει ένα πολύ καλό παράδειγμα για τη σύγχυση που επικρατεί εκεί έξω. Τυπικά, τα περισσότερα αποτελέσματα αφορούν πώς να αποφύγεις τις αποτυχίες και να τις ξεπεράσεις· πολλά αποτελέσματα αναφέρουν τις αποτυχίες των άλλων προσεγγίσεων για να δώσουν αξία στη δική τους. Για μια πιο λογική συζήτηση του μεταβαλλόμενου κοινωνικού πλαισίου της θεραπείας ως ενός συστατικού της αποτυχίας, δείτε Douglas La Bier “When Psychotherapists Fail to Help: Here’s Why” https://www.huffpost.com/entry/when-psychotherapists-fai_b_773527
για τις αντιξοότητες του επαγγέλματος και το προσωπικό τραύμα των θεραπευτών: Jaeggi, Eva: Und wer therapiert die Therapeuten?, Stuttgart 2001 (Ποιος θεραπεύει τους θεραπευτές;).

 

6. Στον χώρο της ανθρωπιστικής ψυχοθεραπείας, υπάρχει μια μακριά παράδοση απαρτίωσης αυτών των αντιθετικών μαθησιακών στυλ στην πορεία του να γίνεις ψυχοθεραπευτής· παρόλα αυτά, η νευροεπιστήμη της θεραπείας έχει τώρα προσθέσει μια ολόκληρη καινούργια διάσταση σε αυτό το θέμα και τη σημασία του, ακόμα κι αν σκεφτούμε απλώς το στυλ διεργασίας αριστερού έναντι δεξιού εγκεφάλου.

 

7. Ιστορικά έχουν υπάρξει, φυσικά, πολλές και εμπεριστατωμένες κριτικές αυτών των υποθέσεων: τι είναι ψυχολογική υγεία; Ποια είναι η υγιής λειτουργικότητα; Ποια είναι η δουλειά μας, ενώπιον συναισθηματικών, ψυχολογικών, ψυχικών διαταραχών ή δυσκολιών; Εδώ υπάρχει μια λίστα από τις πιο σημαντικές κριτικές της ψυχοθεραπείας:

Epstein, William, Psychotherapy as Religion. The Civil Divine in America, Univ. Nevada Press, 2006

Hillman, James and Michael Ventura, We’Ve Had a Hundred Years of Psychotherapy and the World’s Getting Worse, Harper San Francisco, 1993

Szasz, Thomas, Myth of Psychotherapy: Mental Healing as Religion, Rhetoric and Repression, Anchor Press/Doubleday, 1978

Masson, Jeffrey Moussaieff, Against Therapy, Common Courage, 1993

Campbell, Terence W., Beware the Talking Cure: Psychotherapy May Be Hazardous to Your Mental Health, Social Issues Resources Series, 1994

Fay, Weldon, Why do marital therapists love wrecking marriages? http://www.dailymail.co.uk/femail/article-1232771/Whymarital-therapists-love-wrecking-marriages.html

Dawes, Robyn M., House of Cards: Psychology and Psychotherapy Built on Myth, Free Press, 1997

Deleuze, Gilles and Felix Guattari, Anti-Oedipus: Capitalism and Schizophrenia, Univ. of Minnesota Press, 1985

Karasu, Toksoz B., Deconstruction of Psychotherapy, Jason Aronson, 1996

Red Collective, The Politics of Sexuality in Capitalism, London, 1978

Laing, R.D., Wisdom, Madness and Folly: the Making of a Psychiatrist, McGraw-Hill Book Co, 1986

Cooper, David, The Death of the Family, Penguin, 1971

Cooper, David, Psychiatry and Anti-Psychiatry (Ed.), Paladin, 1967

 

8. Και δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στον τρόπο που το CBT έχει κυριαρχήσει στις ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες του εθνικού συστήματος υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου (IAPT), αλλά μια γενικότερη τάση σε όλη την ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και την πρόσφατη άνθηση νέων υβριδικών προσεγγίσεων (που είναι λιγότερο εμποτισμένες στην ιστορία του χώρου μας και έχουν λιγότερη επίγνωση ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υπάρξει πολλές βαθιές και συγκροτημένες κριτικές της ψυχοθεραπείας γενικότερα και πιο συγκεκριμένα των υποθέσεων του γραμμικού και ιατρικού μοντέλου.

 

9. Από τις απαρχές μας, πάντα υπήρχε μια πλημμυρίδα και άμπωτη της συλλογικής μεταβίβασης προς το επάγγελμά μας, με το ευρύτερο κοινό, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους δημοσιογράφους σε διαφόρους βαθμούς και για τους δικούς τους λόγους να παρανοούν και να παραποιούν τη δουλειά μας. Αλλά ως επάγγελμα έχουμε επίσης κι εμείς σημαντικά συνεισφέρει σε αυτό, με το να παρουσιαζόμαστε συχνά με έναν τρόπο που μας απομονώνει και μας αποξενώνει. Μετά από κάποια έντονη κριτική κατά τη δεκαετία του 90, είναι κατανοητό ότι οι θεραπευτές είναι αποφασισμένοι να παρουσιάσουν τη δουλειά τους ως επαγγελματική, υπεύθυνη και –πάνω απ’ όλα– εφικτή και αποτελεσματική. Σε έναν μεγάλο βαθμό αυτό είναι έγκυρο και βοηθητικό. Αυτό που θίγω εδώ είναι ο βαθμός που έχουμε (με στόχο να την κάνουμε προσβάσιμη) υπεραπλοποιήσει τη δουλειά μας και πιστέψει στο ίδιο μας το αφήγημα. Ναι, για τους στόχους του μάρκετινγκ, η θεραπεία ΟΛΩΝ των ειδών λειτουργεί. Αλλά αυτό που τα κάνει να λειτουργούν είναι μια σχεσιακά πολύ πιο σύνθετη και περίπλοκη διαδικασία από αυτή που θα θέλαμε να σκεφτόμαστε, πόσο μάλλον να ανακοινώνουμε δημοσίως. Το να υπεραπλουστεύουμε λοιπόν αυτήν τη διαδικασία δεν μας εξυπηρετεί και γίνεται αντιπαραγωγικό για την εκπαίδευση και έτσι για τις μελλοντικές γενεές θεραπευτών.

 

10. Κομμάτια, εσωτερικά αντικείμενα, υπο-προσωπικότητες, καταστάσεις του εγώ, πολλαπλοί εαυτοί –οι διαφορετικές προσεγγίσεις έχουν δημιουργήσει μια ατελείωτη λίστα εννοιών και ορολογιών.

 

11. Ή –ακολουθώντας τον Freud– από το Α (περιττή πλεονάζουσα νευρωτική δυστυχία) στο Β (καθημερινή δυστυχία).

 

Πηγή

The Impossible Profession – Blog

 

Μπορείτε να δείτε εδώ το επόμενο σεμινάριο του Michael Soth στις 21-22 Ιανουαρίου 2023:

Ενοποιώντας τις Διαφορετικές Προσεγγίσεις της Ψυχοθεραπείας

2 σκέψεις για το “Το “Αδύνατο”* Επάγγελμα: Προς την Ψυχοθεραπεία του 21ου Αιώνα – Michael Soth”

  1. Διάβασα το μισό αρθρο διότι το βρήκα πολύ δύσκολο να το καταλάβω, σημειωτέον είμαι 86 ετών
    Το δικό μου πρόβλημα ειναι οτι τελευταίως, ανακαλύπτω οτι κάνω κινήσεις χωρίς να θυμάμαι οτι πράγματι τίς
    εκανα
    Ενα παράδειγμα
    Σήμερα πήγα στον οδοντογιατρό
    Ερχομαι στο προκείμενο
    Ο γιατρός οταν εφευγα θυμαμαι οτι μου εδωσε το μασκακι μου σ ενα σακουλακι κι εγώ το εβαλα στην τσάντα μου
    Ως εδώ ολα καλά. Κάποια στιγμή μετά από δύο τρεις ωρες κύταξα στην τσαντα μου…την αδειασα τρείς φορές πουθενά το μασκάκι μου. Εως αυτή την στιγμή που μιλάμε, παρόλο που εψαξα παντού, δεν βρέθηκε πουθενά
    Και ρωτώ μήπως αυτό, και δεν ειναι το μοναδικό, θα πρέπει να αποτανθώ σε κάποιον ειδικό, νευρολογο, ψυχίατρο κτλ?
    Μπορειτε να βοηθήσετε?
    Δανάη

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *